Δημοσιεύθηκε στο CNN.GR


Τι υποκινεί τους βομβιστές αυτοκτονίας και τους Τζιχαντιστές;
Η λέξη Ισλάμ προέρχεται από τη λέξη Σαλάαμ, «ειρήνη» στα αραβικά. Πως, λοιπόν, είναι δυνατόν να αναβλύζει τόση βία μέσα από την ειρήνη; Τι υποκινεί τους βομβιστές αυτοκτονίας και τους Τζιχαντιστές; Πρόκειται για συμπεριφορά που συνδέεται με την προσωπικότητά τους; Ανήκει στη σφαίρα της ψυχοπαθολογίας; Πότε και πως θα μπορούσε να πάψει ο φόβος;
Καθώς οι κοινωνίες της Ευρώπης προσπαθούν να συνέλθουν από την τραγωδία στο Παρίσι και ενώ η αγωνία παρατείνεται με νέες απειλές, αυτές οι ερωτήσεις ψάχνουν βασανιστικά τις απαντήσεις τους. Όμως, σε αυτή τη διαδρομή του προβληματισμού μας υπάρχει ένα μάλλον ανυπέρβλητο εμπόδιο: Η Δύση με τα δικά της διαφορετικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά πρότυπα, στην πραγματικότητα αδυνατεί να κατανοήσει το Ισλάμ. Για τον ίδιο λόγο, η προσπάθειά μας να εξηγήσουμε τη συμπεριφορά των βομβιστών αυτοκτονίας – που δεν είναι καινούριο φαινόμενο ούτε αφορά αποκλειστικά στον ISIS -, υπονομεύεται από την αρχή με τις διαφορετικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις μας.

Για παράδειγμα, η ανάσταση των νεκρών, ο χωρισμός της θάλασσας κ.ο.κ., είναι ένδοξα και μεστά νοήματος γεγονότα, στα οποία ο μέσος πιστός Χριστιανός πιστεύει χωρίς να αμφιβάλει. Επίσης, οι Χριστιανοί θεωρούμε ότι μετά θάνατον θα μεταβούμε από τον φθαρτό υλικό κόσμο στην αιώνια ζωή, “εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως”, με άρπες να αντηχούν γλυκιές μελωδίες, πάνω σε σύννεφα στον έβδομο ουρανό. Την ίδια στιγμή οι παραδόσεις των άλλων θρησκειών – όπως η ανταμοιβή του άνδρα μουσουλμάνου, που είναι συνεπής με την πίστη του, με τη συντροφιά 70 κοντινών φίλων και συγγενών του και 72 παρθένων στον παράδεισο – μας φαίνονται στη Δύση “παράξενες”, ή “ανισόρροπες”… και ενίοτε λοιδορούνται.

Η εύκολη εξήγηση, επομένως, μέσα στα δικά μας όρια κατανόησης, είναι να αποδίδουμε τις επιθέσεις αυτοκτονίας είτε σε μια “νοοτροπία” εγγενή της εθνοτικής ή της θρησκευτικής τους ομάδας, που για εμάς που βρισκόμαστε έξω από αυτήν μας μοιάζουν αναχρονιστικές, απολίτιστες και βάναυσες, είτε στην “τρέλα”. Αυτό, βέβαια, απαλλάσσει εμάς ολότελα από κάθε βάρος και εμπλέκει αποκλειστικά εκείνους. Μας απελευθερώνει από τη δυσχέρεια να αναζητούμε και να κατανοούμε περισσότερο περίπλοκες διαδικασίες, όπως την είδηση ότι “βομβαρδίστηκε ένα νοσοκομείο κατά λάθος από μη επανδρωμένο αεροσκάφος” σε μια αραβική χώρα όπου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις της Δύσης, όπως συγκεκριμένα συνέβη στις 9 Οκτωβρίου ’15 στο Αφγανιστάν.

Κάθε προσπάθειά μας να αποδίδουμε τις βομβιστικές επιθέσεις στις εσωτερικές ιδιότητες των βομβιστών, συνάδει με αυτό που στην ψυχολογία αποκαλούμε το αποτέλεσμα της ασυμμετρίας πράττοντος-παρατηρητή. Μια κοινή και συνήθως λάθος, κλίση μας να καταλογίζουμε την κακή συμπεριφορά των άλλων στην προσωπικότητά τους, ενώ δικαιολογούμε τη δική μας κακή συμπεριφορά από τις περιστάσεις: “Εσύ άργησες στο ραντεβού μας γιατί είσαι τεμπέλης. Εγώ άργησα γιατί είχε κίνηση”.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι επεισόδια βίας και αναχρονιστικότητας αφορούσαν περιοδικά κάθε θρησκεία και κάθε εθνότητα. Αυτό, λοιπόν, που στην πραγματικότητα χρειάζεται να αναγνωρίσουμε εδώ είναι το διαχρονικό ειδύλλιο του ανθρώπινου είδους με τη βιαιότητα. Τη γοητεία που ασκεί στον άνθρωπο η πρόκληση βίας και την υπερενασχόλησή του με αυτήν. Λέμε ότι στον πόλεμο ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κι όμως, η βία δεν είναι απαραίτητα το μέσο για την επίτευξη του σκοπού. Συχνά, είναι ο ίδιος ο σκοπός! Αλλά με αυτή την άποψη η βία δεν είναι αποκλειστικότητα των Τζιχαντιστών.

Κι έπειτα, οφείλουμε να έχουμε κατά νου τη δυναμική της αγέλης, δηλαδή της ανθρώπινης κοινωνίας. Η κοινωνία μας δίνει μια γλώσσα, μια κοσμοθεωρία, μια ταυτότητα, ένα σύνολο κανόνων και τελετουργιών για να ζούμε. Δημιουργούμαστε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κοινωνίας μας και νιώθουμε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε το δεδομένο μονοπάτι της. Στους βομβιστές αυτοκτονίας, η προσωπική ταυτότητα, η οποία έχει κλονιστεί από συναισθήματα απελπισίας, ντροπής και ταπείνωσης, υποκαθίσταται με την ταυτότητα της ομάδας. Η δύναμη της αφοσίωσης στην ομάδα είναι πολύ ισχυρή και λειτουργεί καταλυτικά, γιατί πέρα από την προσωπική δέσμευση στον σκοπό, αναπτύσσεται μια κοινωνική δέσμευση να ολοκληρώνεται η αποστολή μέχρι το τέλος. Σε αυτό, πρέπει να συνυπολογίσουμε τον πιο σημαντικό παράγοντα που λειτουργεί συγκολλητικά για μια οποιαδήποτε αγέλη. Την ιδεολογία και βέβαια τη θρησκευτική πίστη, αλλά με την έννοια της “καθολικότητας”. Της πεποίθησης, δηλαδή, ότι εγώ και η ομάδα μου κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια και τη μοναδική αληθινή πίστη.

Για μια κοινωνία (ή μια ομάδα αν προτιμάτε) που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εμπλεκόμενο σε μια εδαφική, ή ιδεολογική, πάλη για την επιβίωσή της απέναντι σε υπερδύναμους εχθρούς, δεν είναι παράλογο να αγκαλιάζονται, να προωθούνται και να εξιδανικεύονται μεμονωμένες πράξεις μεγάλης θυσίας, υπέρ του υπέρτατου σκοπού. Ιδιαίτερα αν ο εχθρός θεωρείται λιγότερο από ανθρώπινος, όπως συνήθως συμβαίνει με όλους τους “κακούς” εχθρούς και ιδίως εάν οι πράξεις αυτές έχουν αποδειχθεί ως αποτελεσματικά όπλα στη μάχη. Οι Μάρτυρες στην υπηρεσία των ριζοσπαστικών ισλαμικών ιδεολογιών αποτελούν το ψυχολογικό ισοδύναμο των ανδρών στις ειδικές δυνάμεις της Δύσης, που σκοτώνονται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και οι δύο είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν τη ζωή τους και να πεθαίνουν, αν είναι απαραίτητο, για τις αρχές στις οποίες πιστεύουν με πάθος και τιμώντας τους όρκους τους.

Από την άλλη, η χρήση της έννοιας της “παραφροσύνης” στην εξήγηση που επιχειρούμε, θα ήταν ένας κυκλικός συλλογισμός, έτσι κι αλλιώς. Ένας αέναος βρόγχος: “Γιατί ανατινάχθηκε; Επειδή ήταν τρελός. Πώς ξέρεις ότι ήταν τρελός; Επειδή ανατινάχθηκε”. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε αποδείξεις ή ενδείξεις ότι υφίσταται ψυχική νόσος στους δυνητικούς βομβιστές αυτοκτονίας. Μια ψυχιατρική έρευνα με 34 συνεντεύξεις γονέων και αδελφών βομβιστών αυτοκτονίας (μεταξύ 1993 – 1998) δεν ανέδειξε καμία τέτοια ένδειξη, αλλά ούτε έναν κοινό τύπο προσωπικότητας.

Τουναντίον, η γενική ψυχική σταθερότητά τους, μάλλον τους βοηθά να αντέχουν στην πίεση για την επίτευξη του στόχου. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι, απλώς, ο τυπικός βομβιστής είναι συνεπής προς τη θρησκεία του, με εθνικιστική υπερηφάνεια και τη διάθεση να εκδικηθεί την εθνική και προσωπική ταπείνωση, με κίνητρο το μισός του για την άδικη Δύση, την οποία αντιμετωπίζει ως υπεύθυνη. Η μοναδική ψυχική λειτουργία που φαίνεται να κινητοποιείται με παρόμοιο τρόπο και σχεδόν αυτόματα σε όλους τους βομβιστές, είναι η διασχιστική – δηλαδή η δυνατότητα να εισέρχεται κανείς σε μια κατάσταση έκστασης κατά την οποία διαχωρίζει τον εαυτό από το φόβο, τον τρόμο και τη θλίψη, ενεργοποιώντας μια αποσυνδετική ψυχική άμυνα με την αναστολή της ενσυναίσθησης. Αυτή η ικανότητα ενδέχεται να ενισχύεται με φαρμακευτικούς παραγόντες, όπως συνέβη με τη λήψη της ουσίας φαινεθυλλίνη από μαχητές στον πρόσφατο Συριακό εμφύλιο, χωρίς όμως αυτό να προσθέτει οτιδήποτε στην κατανόησή μας.

Το συμπέρασμα είναι ότι στις βομβιστικές επιθέσεις η “αυτοκτονία” είναι καθοριστικής σημασίας αποκλειστικά στο πλαίσιο του πολέμου. Ως ένα από τα πολλά όπλα σε αυτό τον πόλεμο, που ίσως ξεκίνησε τόσο παλιά. όσο χίλια χρόνια πριν, με την πρώτη Σταυροφορία της Δύσης, το 1095 μΧ. Αν προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τέτοιες ενέργειες, καθώς επίσης άλλες πράξεις που συγκλονίζουν τη Δύση, όπως οι καταστροφές αρχαιοτήτων, οι αποκεφαλισμοί αιχμαλώτων κ.α., μέσα στο πλαίσιο της διαχρονικής γοητείας που ασκεί η βία στον άνθρωπο, της δυναμικής της “αγέλης” και της δύναμης της μοναδικής αληθινής πίστης, τότε αρχίζει να αποκαλύπτεται μπροστά μας μια λογική, αν και ακραία, ανθρώπινη προσαρμογή συγκεκριμένων κοινωνιών στις περιστάσεις της εποχής, στο έδαφος μιας μακράς παράδοσης, κοινωνικά επικυρωμένων, βάναυσων τελετουργιών που έχουν θεσπιστεί σε διαφορετικές κοινωνίες σε όλο το μήκος και το πλάτος της ανθρώπινης ιστορίας: από το να δένει κανείς τον εχθρό του χειροπόδαρα και να τον σέρνει με το άλογο, όπως ο Αχιλλέας τον νεκρό Έκτορα στην Τροία, μέχρι το επιτόπου λιντσάρισμα χωρίς δίκη, τις γενοκτονίες, τα ολοκαύτωμα και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη θανατική ποινή, κ.ο.κ.

Αυτό που, ίσως, έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον τώρα είναι ότι ο πρωταρχικός στόχος των βομβιστικών επιθέσεων, που αφορούσε στην πρόκληση βλάβης στον εχθρό, εσχάτως διαφαίνεται ότι έχει μετακινηθεί προς την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των Μέσων Ενημέρωσης και βέβαια της επιστράτευσης περισσότερων «εθελοντών» με την έμμεση βοήθεια των Μέσων. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις δημιουργούν, πράγματι, όλο και περισσότερες αναφορές στην επικαιρότητα, διατηρώντας την προσοχή του κοινού στους στόχους και στην ιδεολογία των οργανώσεων. Πρόκειται για μια συμβιωτική σχέση μεταξύ αυτής της ιδιότυπης μορφής, ασύμμετρου πολέμου και της Ενημέρωσης, που έχει ενισχυθεί περαιτέρω από τις πρόσφατες καινοτομίες στην τεχνολογία της ενημέρωσης.

Έχω τη γνώμη ότι κάπου εδώ, η Δύση πρέπει να κάνει την ενδοσκόπηση και την αυτοκριτική της. Δεν αρχίζουμε έναν πόλεμο σήμερα. Ο πόλεμος είναι ήδη σε εξέλιξη, εδώ και καιρό. Ο Γάλλος Βίκτωρ Ουγκώ είχε γράψει πριν 2 αιώνες ότι «η κοινωνία προετοιμάζει το έγκλημα. Ο εγκληματίας το διαπράττει.» Και πως σταματάμε το έγκλημα όταν έχει καλλιεργηθεί με ρίζες βαθιές; Ο Noam Chomsky απαντά ως εξής:

“Όλοι προβληματίζονται πώς να σταματήσουμε την τρομοκρατία. Υπάρχει, όμως, ένας πραγματικά εύκολος τρόπος. Να σταματήσουμε να είμαστε μέρος της”. Έχω τη γνώμη ότι οφείλουμε να προσεγγίσουμε το Ισλάμ με μεγαλύτερο σεβασμό, όπως του πρέπει. Αλίμονό μας, θα βρεθούμε ο ένας με τα χέρια στο λαιμό του άλλου όσο επιμένουμε – εκατέρωθεν – να μη φυτεύουμε τριαντάφυλλα στις κάνες των όπλων μας.