Με αφορμή σχόλιό μου στην Εφημερίδα “ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ” για την έρευνα “Οι Πυθίες του Καφέ” της Κέλλυς Φαναριώτη.

Ο άνθρωπος έχει τη φυσική τάση να πιστεύει στο μυστικισμό και στις ψευδοεπιστήμες από την έμφυτη επιθυμία του να βρίσκει απαντήσεις στις αβεβαιότητες της ζωής. Σχεδόν κάθε μέρα οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις και χρειάζεται να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις. Αυτή η συνεχής προσπάθεια δοκιμασίας και λάθους συνοδεύεται από άγχος, θυμό ή φόβο. Προκειμένου να ξεφεύγουν από αυτό το χάος της ζωής, αρκετοί ελέγχουν τα ημερήσια ωροσκόπια, ή συμβουλεύονται χαρτορίχτρες, καφετζούδες, κ.α., μολονότι όλες αυτές οι μεθοδολογίες στερούνται τεκμηριωμένης προγνωστικής εγκυρότητας. Άλλοτε πάλι, προσφεύγουν σε εναλλακτικές θεραπείες για τα αντικειμενικά τους προβλήματα υγείας, μολονότι κι αυτές οι προσεγγίσεις στερούνται οποιασδήποτε σοβαρής τεκμηρίωσης.

Γιατί τόση εμπιστοσύνη αφού δεν υπάρχει απόδειξη;

Επιλέγουμε να πιστεύουμε στη δύναμη του πεπρωμένου, γιατί αυτό είναι πιο …εύκολο. Όταν δεν έχουμε ειδικές γνώσεις, μας αρέσει να αποδεχόμαστε τις λιγότερο περίπλοκες απαντήσεις στις υπαρξιακές απορίες μας για τη ζωή, το θάνατο κι ό,τι υπάρχει μετά από αυτόν. Η εμπιστοσύνη στην άποψη ότι υπάρχουν πράγματα που ελέγχουν τη ζωή μας, πέρα από τις φυσικές μας δυνατότητες, μας βοηθάει να αφαιρούμε λίγο από το βάρος του εαυτού μας κι από την αγγαρεία να είμαστε οι ίδιοι υπεύθυνοι της δικής μας ύπαρξης. Το μέσο με το οποίο οι άνθρωποι νιώθουμε ότι διασυνδεόμαστε με αυτή την ανώτερη δύναμη είναι η θρησκεία, ενώ το μέσο για τη διασύνδεση με το πεπρωμένο είναι οι “διορατικοί” πάσης φύσεως.