Συνέντευξη στο Euractiv.com

Είναι η κοινωνία έτοιμη να επανέλθει σε πλήρη κανονικότητα; Διαπιστώνεις κάποια «ψυχολογικά κατάλοιπα» στον κόσμο για επιστροφή στην κανονικότητα; 

Οι κοινωνίες της πανδημίας διήλθαν μέσα από περίοδο μεγάλης ψυχικής αναστάτωσης – για την έκταση και τη διάρκεια της οποίας δεν είχαν προετοιμαστεί -. Κυριάρχησαν η τάση απομόνωσης και αποφυγής της ανθρώπινης συναναστροφής και τα αισθήματα ματαιότητας και αβοηθητότητας. Ενώ ενισχύθηκαν φοβίες όπως η νοσοφοβία και η αγοραφοβία και εγκαταστάθηκαν νέες φοβίες, όπως για τις μάσκες και για τα εμβόλια – σε ανθρώπους που προηγούμενα δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ με θέματα δημόσιας υγείας ή με την ασφάλεια του εμβολιασμού.

Επίσης, εκδηλώθηκαν φαινόμενα μεγάλης ψυχικής κόπωσης και αντιδραστικότητας. Διαταράχθηκε η εμπιστοσύνη μέρους της κοινωνίας απέναντι στους θεσμούς, με συναισθήματα μεγάλου θυμού και απογοήτευσης για την αποστέρηση κεκτημένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, που είχαν πολύ ουσιαστικό κόστος στην κοινωνική συνοχή και στη συμμόρφωση με τους κοινούς κανόνες προστασίας.  

Προσδοκώντας να κατανοήσουμε τη μεταπανδημική συνέχεια, χρειάζεται πρώτα να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές ψυχικές συνιστώσες, που λειτούργησαν σε διαφορετικό βαθμό σε διαφορετικούς ανθρώπους και ανθρώπινα σύνολα και οι οποίες εξηγούν όλα τα παραπάνω: την παρατεταμένη αβεβαιότητα, τη δυσπιστία και το πένθος. Ειδικά το τελευταίο, δεν αφορά μόνο στις ανθρώπινες απώλειες αλλά και στην αιφνίδια αλλαγή στον τρόπο ζωής μας με τους διαρκώς μεταβαλλόμενους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις. Αυτές οι αναγκαίες αλλαγές, δεν ήταν ευπρόδεκτες γιατί οι κοινωνίες δεν είχαν εκπαιδευτεί για το ενδεχόμενο. Οι προηγούμενες πανδημίες της ανθρωπότητας είχαν ξεχαστεί και το ενδεχόμενο για μία τόσο δραματική παγκόσμια εξέλιξη ήταν περισσότερο αντικείμενο κινηματογραφικών ταινιών φαντασίας, όπως το Contagion (2011) του Στίβεν Σόντερμπεργκ, παρά του δημόσιου διαλόγου. 

Μολονότι η ανθρώπινη ψυχή διαθέτει μεγάλη ελαστικότητα και οι επιστήμονες αναμένουμε – με τις γνώσεις που διαθέτουμε από όλες τις προηγούμενες περιστάσεις μεγάλων κρίσεων – ότι η ψυχική υγεία θα ανακάμψει μακροπρόθεσμα στη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, οι προκλήσεις για την επιστροφή των κοινωνιών στις προηγούμενες συνθήκες συμβίωσης είναι μεγάλες.

Η αποκατάσταση του τραύματος στη εμπιστοσύνη τόσο μεταξύ μας όσο και απέναντι στους θεσμούς και επομένως η θεραπεία της αβεβαιότητας και της δυσπιστίας, θα είναι ένας μακρύς και δύσβατος δρόμος. Για παράδειγμα, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι πολίτες πείθονται πράγματι ότι οι πολιτικές δημόσιας υγείας που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις τους ήταν αποτελεσματικές και έτσι είμαι αρκετά επιφυλακτικός για την συναίνεση που θα χρειαστεί να επιδείξουν οι πολίτες σε άλλες κρίσιμες πολιτικές, πχ. για την κλιματική αλλαγή, στο άμεσο μέλλον. Επομένως, ανησυχώ περισσότερο για την ψυχική λειτουργία των κοινωνιών ως συνόλων και λιγότερο για το άτομο. 

Τι ρόλο θα παίξει ο τομέας της φιλοξενίας στην κοινωνικοποίηση των ατόμων στη μεταπανδημική εποχή; 

Ο τουρισμός είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που διευκολύνει την κατανόηση μεταξύ των διαφορετικών κοινωνιών με τον περισσότερο ουσιαστικό τρόπο από κάθε άλλη. Όχι μόνο θα διευκολύνει την επιστροφή στον συνήθη τρόπο ζωής εξυπηρετώντας και την αποθεραπεία της απομόνωσης και νοηματοδοτώντας την ίδια τη ζωή με καινούργιες εμπειρίες, αλλά θα εξυπηρετήσει και την ανάγκη να νιώσουμε ξανά συγκάτοικοι και συνεργάτες στον πλανήτη μας, με ανοικτά τα σύνορά μας. 

Ποιος ο ρόλος των τοπικών αρχών για την «αναβίωση» των πόλεων στη μεταπανδημική εποχή; Είναι μήπως ευκαιρία (και λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης) να εκσυγχρονιστούν οι πόλεις, να γίνουν πιο προσιτές/πράσινες στον κόσμο για τη νέα «κοινωνική αρχή»; 

Στη μεταπανδημική εποχή είναι χρήσιμο να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας. Για παράδειγμα χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε δημιουργήσει εξόχως ατομικιστικές κοινωνίες, όπου δεν συνεργαζόμαστε εύκολα, αλλά ζούμε ατομοκεντρικά. Και ότι με αυτό τον τρόπο δεν είναι εύκολο να δρούμε συντεταγμένα και έγκαιρα απέναντι σε σημαντικές παγκόσμιες προκλήσεις, όπως ήταν αυτή η πανδημία και όπως, δυστυχώς πολύ σύντομα, θα είναι η κλιματική αλλαγή. Οι “επόμενες” πόλεις μας πρέπει να αναπτυχθούν με περισσότερο συλλογική θεώρηση, όπου δεν θα διευκολύνουν μόνο τη λειτουργία του ατόμου αλλά τη συλλειτουργία των ανθρώπων.

Χρειάζονται επενδύσεις για τη δημιουργία κοινών δραστηριοτήτων και τη μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων. Η ανάγκη για περισσότερα πάρκα ελεύθερης πρόσβασης και περισσότερο πράσινο είναι εντελώς επιτακτική, όπως είναι εξίσου επιτακτική και η επιδότηση του εθελοντισμού και των πρωτοβουλιών που έχουν οι πολίτες και που μπορούν να αναπτύσσονται σε τοπικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα στη γειτονιά τους.

Ακόμη, χρειάζεται μεγαλύτερη επιμόρφωση των πολιτών για τις προκλήσεις του μέλλοντος, ενδεχόμενα με τη μορφή περισσότερων ανοικτών πανεπιστημίων, που θα επιτρέψουν στους πολίτες να πλησιάσουν στην επιστήμη – την αιχμή του ανθρώπινου πολιτισμού – και να παραμείνουν κοντά σε αυτήν. Το νόημα σε όλα αυτά είναι η ενεργητική συμμετοχή των πολιτών στη λειτουργία των πόλεών τους, συμπληρωματικά στην έμφαση που είχε δοθεί προηγούμενα στις πολιτιστικές δράσεις, που είναι απαραίτητες αλλά στις οποίες οι πολίτες συμμετέχουν συνήθως περισσότερο παθητικά.

Ότι θα συνειδητοποιήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος τη μεγάλη πρόκληση της κλιματικής κρίσης – που δυνητικά θα ανατρέψει εκ νέου τις ζωές μας στο όχι πολύ μακρινό μέλλον -.  Ότι θα υιοθετήσουμε επιτέλους την απαραίτητη συναινετική και συλλογική λειτουργία που θα προλαμβάνει επόμενες καταστροφές. Και τέλος, ότι θα οριοθετήσουμε το θυμικό μας παραμένοντας κοντά στην επιστήμη, που αποτελεί την αιχμή του ανθρώπινου πολιτισμού μας, με περισσότερη εμπιστοσύνη και λιγότερη ατομοκεντρική καχυποψία.