Επιτέλους μια δικαστική απόφαση στο Λος Άντζελες, έκρινε σήμερα τα κοινωνικά δίκτυα της Meta και της Google (Facebook, Instagram, YouTube) έχουν εθιστικό σχεδιασμό για τον οποίο οι εταιρείες είναι απολύτως υπεύθυνες, με συνέπειες για την ψυχική υγεία των χρηστών τους.
Οι ειδικοί επισημαίνουμε από ετών ότι αυτές οι τεχνολογίες έχουν σχεδιαστεί για να κρατούν διαρκώς την προσοχή των χρηστών, με τρόπο που επιβαρύνει σοβαρά την ψυχική υγεία και ιδίως των παιδιών. Δεν μιλάμε απλώς για “πολλή χρήση”, αλλά για μηχανισμούς που ενισχύουν την εξάρτηση, τη σύγκριση, το άγχος, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και την ψυχική εξάντληση.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν μπορούν και δεν πρέπει να εξακολουθήσουν να λειτουργούν χωρίς ουσιαστική λογοδοσία και χωρίς σοβαρή εποπτεία από ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Η προστασία των παιδιών και των εφήβων είναι απολύτως αναγκαία, όμως δεν πιστεύω ότι η λύση βρίσκεται σε μια οριζόντια απαγόρευση πρόσβασης κάτω των 16 ετών.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να υπόσχεται πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα στη ρίζα του. Αντίθετα, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε μια νέα μορφή ψηφιακού αναλφαβητισμού, όπου τα παιδιά θα φτάνουν στα 16 τους χρόνια χωρίς εκπαίδευση για τις τεχνολογίες, χωρίς κριτική σκέψη και χωρίς προετοιμασία για το πώς να κινούνται με ασφάλεια και ωριμότητα στον ψηφιακό κόσμο.
Και τότε θα μπαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα, 16 ετών και μία ημέρα, απροστάτευτα, χωρίς φίλτρα, χωρίς δεξιότητες και χωρίς ουσιαστική στήριξη. Η τεχνολογία δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο που μπορούμε απλώς να το απαγορεύσουμε για μία περίοδο της ζωής. Είναι μια πραγματικότητα που έχει έρθει για να μείνει, με ολοένα αυξανόμενη περιπλοκότητα.
Άρα το ζητούμενο δεν είναι η άρνηση της τεχνολογίας, αλλά η υγιής ενσωμάτωσή της στην εκπαίδευση, στην οικογένεια και στην κοινωνία. Χρειαζόμαστε διδασκαλία από το σχολείο, ψηφιακή παιδεία, σαφείς κανόνες και προστασία από εθιστικούς μηχανισμούς με τη σοβαρή λειτουργία ρυθμιστικών αρχών.

Την ίδια στιγμή, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί ώστε, στο όνομα της προστασίας, να μη νομιμοποιήσουμε πρακτικές υπερβολικού ελέγχου ή λογοκριτικής παρέμβασης στην επικοινωνία. Όταν οι κυβερνήσεις αποκτούν την εξουσία να αποφασίζουν οριζόντια ποιος μιλά, πότε μιλά και με ποιον τρόπο επικοινωνεί, τότε κινδυνεύουμε να κανονικοποιήσουμε στη συνείδησή μας ένα είδος επιβεβλημένου “μαύρου” στην επικοινωνία. Και αυτό, σε μια δημοκρατία, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι λιγότερη ελευθερία, αλλά περισσότερη ευθύνη. Όχι λιγότερη τεχνολογία, αλλά καλύτερη τεχνολογία. Όχι απλώς απαγορεύσεις, αλλά εποπτεία, εκπαίδευση και ουσιαστική προστασία των νέων ανθρώπων.




