Φάρμακα GLP-1 και σχιζοφρένεια δύσκολα θα περίμενε κανείς να βρεθούν στην ίδια πρόταση. Τα φάρμακα αυτά σχεδιάστηκαν για τον διαβήτη τύπου 2 και χρησιμοποιούνται πλέον και στην παχυσαρκία. Μια νέα μελέτη στο περιοδικό The Lancet Psychiatry διαπίστωσε όμως ότι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια που τα λάμβαναν είχαν λιγότερες ψυχιατρικές νοσηλείες.
Η ονομασία GLP-1 αναφέρεται σε μια ορμόνη του εντέρου που εκκρίνεται μετά το φαγητό, αυξάνει την ινσουλίνη και μειώνει την όρεξη. Τα φάρμακα που την ενεργοποιούν είναι η σεμαγλουτίδη, η λιραγλουτίδη, η δουλαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, η οποία δρα και σε μια δεύτερη ορμόνη, την GIP. Ελαττώνουν το σάκχαρο και οδηγούν σε απώλεια βάρους.
Τι βρήκε η μελέτη για τα φάρμακα GLP-1 και τη σχιζοφρένεια
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη Najmeh Davoodian, από το Πανεπιστήμιο Deakin της Αυστραλίας, ανέλυσε αμερικανικούς ηλεκτρονικούς φακέλους υγείας για περισσότερους από 70.000 ενήλικες με σχιζοφρένεια και διαβήτη τύπου 2. Κάποιοι είχαν λάβει φάρμακο GLP-1, κάποιοι αναστολέα DPP-4 ή αναστολέα SGLT2, που είναι νεότερες αντιδιαβητικές κατηγορίες, και κάποιοι κανένα από αυτά.
Σε σύγκριση με όσους δεν λάμβαναν κανένα από τα φάρμακα της μελέτης, όσοι λάμβαναν GLP-1 είχαν 24% χαμηλότερο κίνδυνο ψυχιατρικής νοσηλείας και 29% χαμηλότερο κίνδυνο να χρειαστούν τα επείγοντα λόγω κρίσης ψυχικής υγείας.
Η διαφορά διατηρήθηκε, σε μικρότερο μέγεθος, όταν οι συγκρίσεις έγιναν με άλλα αντιδιαβητικά. Απέναντι στους αναστολείς DPP-4 οι νοσηλείες ήταν 18% λιγότερες και οι επισκέψεις στα επείγοντα 13% λιγότερες. Απέναντι στους αναστολείς SGLT2 τα ποσοστά ήταν 17% και 20%. Αυτές οι συγκρίσεις έχουν αξία, γιατί περιορίζουν την εξήγηση ότι απλώς όποιος παρακολουθείται για διαβήτη φροντίζεται καλύτερα και στην ψυχική του υγεία.
Η σύνδεση ήταν ισχυρότερη σε όσους έχασαν βάρος. Εμφανίστηκε όμως, σε μικρότερο βαθμό, και σε όσους το βάρος παρέμεινε σταθερό ή αυξήθηκε, κάτι που δείχνει ότι η απώλεια βάρους μόνη της ίσως δεν εξηγεί το εύρημα. Η σύνδεση φάνηκε με τη σεμαγλουτίδη, τη λιραγλουτίδη και την τιρζεπατίδη, αλλά όχι με τη δουλαγλουτίδη.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η σύνδεση και τι όχι
Η μελέτη είναι παρατηρησιακή. Οι ερευνητές κατέγραψαν τι συνέβη σε ανθρώπους που ήδη λάμβαναν διαφορετικές θεραπείες, χωρίς να αναθέσουν τα φάρμακα τυχαία. Γι’ αυτό οι ίδιοι οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα δεδομένα δεν αποδεικνύουν πως τα φάρμακα GLP-1 μειώνουν την ανάγκη για επείγουσα ψυχιατρική φροντίδα, και ότι δεν πρέπει να συνταγογραφούνται μόνο γι’ αυτόν τον σκοπό.

Ο Sameer Jauhar, κλινικός αναπληρωτής καθηγητής στο Imperial College London, υπενθύμισε ότι στις ΗΠΑ τα φάρμακα GLP-1 καταλήγουν πιο εύκολα σε ανθρώπους που έχουν στενότερη επαφή με το σύστημα υγείας, καλύτερη ασφάλιση και γιατρούς πιο δραστήριους. Καθένα από αυτά συνδέεται από μόνο του με λιγότερες ψυχιατρικές νοσηλείες. Έτσι μένει ανοιχτό αν το όφελος οφείλεται στα ίδια τα φάρμακα.
Ενώ η συνάδελφος Davoodian πρότεινε μια άλλη πιθανή εξήγηση στο Bloomberg. Οι άνθρωποι που λάμβαναν GLP-1 ίσως τηρούσαν ευκολότερα την αντιψυχωσική αγωγή τους, παρά την αύξηση βάρους που προκαλούν ορισμένα από αυτά τα φάρμακα, και η καλύτερη μεταβολική υγεία θα μπορούσε να στηρίζει τη «ψυχιατρική σταθερότητα». Πρόκειται για υπόθεση και όχι για εύρημα, και η ίδια ζητά περισσότερες μελέτες.
Η απουσία σύνδεσης με τη δουλαγλουτίδη αφήνει επίσης ένα ερώτημα. Το φάρμακο αυτό οδηγεί γενικά σε μικρότερη απώλεια βάρους από τη σεμαγλουτίδη, αλλά κάτι τέτοιο δεν αρκεί για να εξηγήσει τη διαφορά. Μπορεί να παίζουν ρόλο η χημική δομή, η δοσολογία ή απλώς η τυχαία διακύμανση. Καμία από αυτές τις εξηγήσεις δεν έχει ελεγχθεί.

Η σύνδεση που βρέθηκε δεν αποδεικνύει ότι τα φάρμακα GLP-1 μειώνουν τις νοσηλείες. Δείχνει ένα ερώτημα που αξίζει να ελεγχθεί με κλινικές μελέτες.
Ο Jon van Niekerk, πρόεδρος της Faculty of General Adult Psychiatry του Royal College of Psychiatrists, προειδοποίησε να μη θεωρηθούν τα φάρμακα αυτά θεραπεία της σχιζοφρένειας και να μην αλλάξουν οι συνταγογραφικές συνήθειες με βάση μόνο αυτά τα ευρήματα. Οι συγγραφείς ζητούν κλινικές μελέτες, και σε ανθρώπους με σχιζοφρένεια που δεν έχουν διαβήτη.
Βάρος, σάκχαρο και αντιψυχωσική αγωγή στην καθημερινή πράξη
Το μεταβολικό πρόβλημα που βρίσκεται πίσω από το ερώτημα είναι καλά τεκμηριωμένο. Σε μια μετα-ανάλυση, οι Vancampfort και συνεργάτες (2015) βρήκαν ότι το μεταβολικό σύνδρομο, δηλαδή ο συνδυασμός κοιλιακής παχυσαρκίας, αυξημένου σακχάρου, διαταραγμένων λιπιδίων και υψηλής πίεσης, εμφανίζεται σε περίπου έναν στους τρεις ανθρώπους με σοβαρή ψυχική νόσο.
Οι Correll και συνεργάτες (2014), στη μελέτη RAISE-ETP, εξέτασαν ανθρώπους στο πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας, μετά από πολύ σύντομη έκθεση στη θεραπεία. Σημαντικό μέρος τους είχε ήδη μεταβολικές διαταραχές, όπως αυξημένο σάκχαρο ή χοληστερόλη. Το εύρημα δείχνει ότι τα αντιψυχωσικά δεν εξηγούν από μόνα τους το πρόβλημα, αν και μπορούν να το επιδεινώσουν.
Ότι τα φάρμακα GLP-1 μπορούν να βοηθήσουν το βάρος σε αυτόν τον πληθυσμό, το έδειξε ήδη μια τυχαιοποιημένη μελέτη των Larsen και συνεργατών (2017). Συμμετείχαν άνθρωποι με σχιζοφρένεια και προδιαβήτη, σε αγωγή με κλοζαπίνη ή ολανζαπίνη. Μετά από 16 εβδομάδες, όσοι έλαβαν λιραγλουτίδη είχαν καλύτερη ανοχή στη γλυκόζη και είχαν χάσει περίπου πέντε κιλά περισσότερα από όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Όποιος λαμβάνει αντιψυχωσική αγωγή έχει λόγο να ζητά τακτικό έλεγχο του βάρους, της περιμέτρου της μέσης, του σακχάρου και των λιπιδίων του αίματος. Αν το βάρος αυξάνεται, αξίζει να το συζητήσει νωρίς με τον ψυχίατρο, ώστε να εξεταστούν η αλλαγή φαρμάκου, η διατροφική υποστήριξη και η σωματική δραστηριότητα.
Η διακοπή της αγωγής από τον ίδιο τον ασθενή, με αφορμή το βάρος, αυξάνει τον κίνδυνο υποτροπής και δεν πρέπει να γίνεται χωρίς οδηγία γιατρού. Ένα φάρμακο GLP-1 συνταγογραφείται για τις δικές του ενδείξεις, δηλαδή τον διαβήτη ή την παχυσαρκία, και η απόφαση ανήκει στον θεράποντα γιατρό, ιδανικά σε συνεργασία ψυχιάτρου και παθολόγου ή διαβητολόγου.
Μένει ανοιχτό αν η βελτίωση της σωματικής υγείας μπορεί να αλλάξει και την πορεία της ίδιας της ψυχικής νόσου. Η παρούσα μελέτη δεν μπορεί να το απαντήσει. Μπορεί όμως να δικαιολογήσει τις μελέτες που θα το ελέγξουν, με τυχαία κατανομή των ασθενών και με παρακολούθηση για αρκετό διάστημα.
Βιβλιογραφία
- Correll, C. U., Robinson, D. G., Schooler, N. R., et al. (2014). Cardiometabolic risk in patients with first-episode schizophrenia spectrum disorders: Baseline results from the RAISE-ETP study. JAMA Psychiatry, 71(12), 1350–1363.
- Larsen, J. R., Vedtofte, L., Jakobsen, M. S. L., et al. (2017). Effect of liraglutide treatment on prediabetes and overweight or obesity in clozapine- or olanzapine-treated patients with schizophrenia spectrum disorder: A randomized clinical trial. JAMA Psychiatry, 74(7), 719–728.
- Vancampfort, D., Stubbs, B., Mitchell, A. J., et al. (2015). Risk of metabolic syndrome and its components in people with schizophrenia and related psychotic disorders, bipolar disorder and major depressive disorder: A systematic review and meta-analysis. World Psychiatry, 14(3), 339–347.
- Quartz. (n.d.). Weight loss drugs linked to fewer schizophrenia hospital admissions. Quartz.




