Η ΔΕΠΥ ενηλίκων παρουσιάζεται στο ιατρείο με πολλά πρόσωπα. Κάποιοι φτάνουν επειδή δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν μια εργασία που ξεκίνησαν με πραγματικό ενθουσιασμό. Άλλοι επειδή αγόρασαν κάτι ακριβό τη στιγμή που δεν είχαν τα χρήματα, ή επειδή παράτησαν μια δουλειά τη στιγμή που άρχισε να δυσκολεύει. Το κοινό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις ιστορίες δεν είναι απλώς η απροσεξία, αλλά κάτι πιο συγκεκριμένο: η δυσκολία να περιμένουν.
Οι ερευνητές της γνωστικής ψυχολογίας έχουν όνομα για αυτή τη δυσκολία. Την ονομάζουν καθυστερημένη έκπτωση αξίας, δηλαδή την τάση να προτιμούμε μια μικρότερη ανταμοιβή τώρα αντί για μια μεγαλύτερη ανταμοιβή αργότερα. Όλοι δείχνουμε κάποιο βαθμό αυτής της τάσης, όμως στους ανθρώπους με ΔΕΠΥ ενηλίκων η κλίση αυτή είναι πιο έντονη και πιο σταθερή στον χρόνο.
Η ΔΕΠΥ ενηλίκων και η προτίμηση της άμεσης ανταμοιβής
Μια μετα-ανάλυση των Jackson και MacKillop (2016), που συγκέντρωσε δεκάδες μελέτες περίπτωσης-μάρτυρα, βρήκε ότι οι ενήλικες με διάγνωση ΔΕΠΥ δείχνουν σταθερά μεγαλύτερη προτίμηση στην άμεση ανταμοιβή σε σχέση με ανθρώπους χωρίς τη διαταραχή. Το εύρημα αυτό δεν αφορά μόνο τα χρήματα σε ένα πείραμα εργαστηρίου, αλλά αντανακλά έναν τρόπο λειτουργίας που εμφανίζεται και στην καθημερινή ζωή, από τις οικονομικές αποφάσεις έως τις σχέσεις.
Ο Russell Barkley, ένας από τους ερευνητές που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη κατανόηση της ΔΕΠΥ, είχε προτείνει ήδη από το 1997 ότι ο πυρήνας της διαταραχής δεν είναι η αδυναμία προσοχής αλλά η δυσκολία αναστολής της άμεσης αντίδρασης. Η δυσκολία αυτή αφήνει λιγότερο χώρο στο άτομο να σκεφτεί τις μελλοντικές συνέπειες πριν αποφασίσει (Barkley, 1997). Η καθυστερημένη έκπτωση αξίας μπορεί να θεωρηθεί μια μετρήσιμη έκφραση αυτής της ίδιας δυσκολίας.
Η παρορμητικότητα στη ΔΕΠΥ ενηλίκων δεν σημαίνει έλλειψη θέλησης, αλλά διαφορετικό τρόπο αποτίμησης του χρόνου και της αναμονής.
Τι δείχνει η εγκεφαλική απεικόνιση
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο JAMA Psychiatry εξέτασε αν η δομή του εγκεφάλου μπορεί να προβλέψει τον βαθμό στον οποίο ένας άνθρωπος προτιμά την άμεση έναντι της μελλοντικής ανταμοιβής. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν έναν τύπο μοντέλου μηχανικής μάθησης, γνωστό ως πολυστρωματικό perceptron, για να συνδέσουν τον όγκο συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών με τα αποτελέσματα ενός τεστ καθυστερημένης έκπτωσης αξίας σε φοιτητές πανεπιστημίου.
Το ενδιαφέρον της προσέγγισης βρίσκεται στο ότι δεν αναζητά έναν απλό συσχετισμό ανάμεσα σε μία περιοχή του εγκεφάλου και μία συμπεριφορά, αλλά προσπαθεί να συνθέσει πληροφορία από πολλαπλές δομικές μετρήσεις για να εκτιμήσει μια πολύπλοκη γνωστική τάση. Πρόκειται για μια μελέτη συγχρονικού σχεδιασμού, που σημαίνει ότι όλες οι μετρήσεις έγιναν σε μία χρονική στιγμή και δεν μπορούν να αποδείξουν αιτιότητα.

Το δείγμα αφορούσε νέους ενήλικες φοιτητικής ηλικίας χωρίς απαραίτητα διάγνωση ΔΕΠΥ, κάτι που περιορίζει την άμεση μεταφορά των ευρημάτων σε κλινικό πληθυσμό. Ωστόσο, η μελέτη έχει αξία γιατί δείχνει ότι η τάση προς την παρορμητική επιλογή δεν είναι απλώς ένα ψυχολογικό χαρακτηριστικό στον αέρα, αλλά φαίνεται να σχετίζεται με μετρήσιμες διαφορές στην εγκεφαλική δομή, ακόμη και σε ανθρώπους χωρίς ψυχιατρική διάγνωση.
Από το εργαστήριο στο ιατρείο
Στην κλινική πράξη, η κατανόηση αυτής της διάστασης αλλάζει κάπως τον τρόπο που μιλάμε στους ασθενείς για τη ΔΕΠΥ ενηλίκων. Αντί να επικεντρωνόμαστε μόνο στη διάσπαση προσοχής, αξίζει να συζητάμε ανοιχτά τις στιγμές που η επιλογή του τώρα υπερισχύει της λογικής του αύριο, γιατί εκεί συχνά κρύβεται η πραγματική δυσλειτουργία στην καθημερινότητα.

Η φαρμακευτική αγωγή με διεγερτικά έχει δείξει ότι μπορεί να μετριάσει την τάση προς την άμεση ανταμοιβή, πιθανώς μέσω της επίδρασής της στα ντοπαμινεργικά κυκλώματα που εμπλέκονται στην επεξεργασία της ανταμοιβής (Kollins & Adcock, 2014). Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, από την πλευρά της, δουλεύει με πιο πρακτικό τρόπο, βοηθώντας τον άνθρωπο να αναγνωρίζει τη στιγμή της παρόρμησης και να δημιουργεί μικρές, συγκεκριμένες παύσεις πριν από την απόφαση.
Το διεθνές σύμφωνο συναίνεσης για τη ΔΕΠΥ, που συνέταξαν ερευνητές από όλο τον κόσμο, τονίζει ότι η διαταραχή δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία και ότι η παρορμητικότητα παραμένει κεντρικό χαρακτηριστικό της και στην ενήλικη ζωή, με σημαντικές επιπτώσεις στην εργασία, τις οικονομικές αποφάσεις και τις σχέσεις (Faraone et al., 2021).
Οι νευροβιολογικές μελέτες σαν αυτή του JAMA Psychiatry δεν προσφέρουν ακόμη ένα εργαλείο διάγνωσης έτοιμο για το ιατρείο. Δείχνουν όμως ότι η δυσκολία της αναμονής, αυτό το φαινομενικά απλό χαρακτηριστικό που περιγράφουν οι ασθενείς με τόσο διαφορετικά λόγια, έχει ίσως ένα αναγνωρίσιμο αποτύπωμα στην ίδια την αρχιτεκτονική του εγκεφάλου.
Βιβλιογραφία
- Barkley, R. A. (1997). Behavioral inhibition, sustained attention, and executive functions: Constructing a unifying theory of ADHD. Psychological Bulletin, 121(1), 65-94.
- Faraone, S. V., Banaschewski, T., Coghill, D., et al. (2021). The World Federation of ADHD International Consensus Statement: 208 Evidence-based conclusions about the disorder. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 128, 789-818.
- Jackson, J. N. S., & MacKillop, J. (2016). Attention-deficit/hyperactivity disorder and monetary delay discounting: A meta-analysis of case-control studies. Biological Psychiatry: Cognitive Neuroscience and Neuroimaging, 1(4), 316-325.
- Kollins, S. H., & Adcock, R. A. (2014). ADHD, altered dopamine neurotransmission, and disrupted reinforcement processing: Implications for smoking and nicotine dependence. Progress in Neuro-Psychopharmacology and Biological Psychiatry, 52, 70-78.
- Structural Brain Volumes and Delay Discounting. (2024). JAMA Psychiatry.




