Απιστία ονομάζουμε μια πράξη που ο ένας σύντροφος θεωρεί παραβίαση της συμφωνίας με τον άλλον, και ο ορισμός διαφέρει από ζευγάρι σε ζευγάρι. Για κάποιους σημαίνει σεξουαλική επαφή με τρίτο πρόσωπο. Για άλλους αρκεί η συναισθηματική εγγύτητα ή οι κρυφές διαδικτυακές συζητήσεις. Η διαφωνία γύρω από τα όρια αρκεί ήδη για να προκαλέσει σοβαρή σύγκρουση.
Στο ιατρείο φτάνουν δύο καταστάσεις που εξωτερικά φαίνονται ίδιες. Στη μία η απιστία έχει συμβεί και ο σύντροφος που την ανακάλυψε πονάει. Στην άλλη δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, αλλά ο ένας είναι απόλυτα βέβαιος ότι προδίδεται, και η βεβαιότητα αυτή καταστρέφει τη σχέση. Η αντιμετώπιση στις δύο περιπτώσεις είναι εντελώς διαφορετική.
Τι γνωρίζουμε για την απιστία στις σχέσεις
Οι Fincham και May (2017) ανασκόπησαν την έρευνα για την απιστία και κατέγραψαν ότι τα ποσοστά διαφέρουν πολύ ανάλογα με τον ορισμό, το δείγμα και τον τρόπο που τίθεται η ερώτηση. Γι’ αυτό κάθε ενιαίος αριθμός που διαβάζουμε στον τύπο θέλει επιφύλαξη. Οι περισσότερες μελέτες στηρίζονται σε αυτοαναφορές, και σε ένα τέτοιο θέμα η πλήρης ειλικρίνεια δεν είναι δεδομένη.
Ως προς τα αίτια, η ίδια ανασκόπηση περιγράφει παράγοντες που συνδέονται με την απιστία, όπως η δυσαρέσκεια από τη σχέση, η ευκαιρία, η ανεκτική στάση απέναντί της και ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Πρόκειται για συσχετίσεις. Δεν αποδεικνύουν ότι η δυσαρέσκεια οδηγεί στην απιστία, γιατί μπορεί και η κρυφή σχέση να αυξάνει τη δυσαρέσκεια, ή και τα δύο να έχουν κοινή αιτία.
Για τον σύντροφο που ανακαλύπτει την απιστία, οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές. Αρκετοί άνθρωποι εκδηλώνουν κατάθλιψη, άγχος, αϋπνία και συμπτώματα μετατραυματικού στρες, δηλαδή ανεπιθύμητες εικόνες που εισβάλλουν στο μυαλό και διαρκής εγρήγορση. Ωστόσο, δεν αντιδρούν όλοι έτσι. Η ένταση εξαρτάται από τη διάρκεια της σχέσης, τον τρόπο που έγινε γνωστό το γεγονός της απιστίας και τη στήριξη που υπάρχει γύρω τους.
Πρακτικά, οι πρώτες εβδομάδες μετά την ανακάλυψη δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για σοβαρές και μόνιμες αποφάσεις, όπως ο χωρισμός ή η αλλαγή κατοικίας. Βοηθά να διατηρηθούν ο ύπνος και η όρεξη για το φαγητό και να μιλήσει ο άνθρωπος με κάποιον που εμπιστεύεται. Αν τα συμπτώματα κρατούν πάνω από λίγες εβδομάδες ή εκδηλωθούν σκέψεις αυτοκτονίας, χρειάζεται επικοινωνία με γιατρό ή με τη γραμμή 1018.
Όταν η πεποίθηση για απιστία δεν έχει στοιχεία
Η παραληρηματική ζήλια, που παλαιότερα αποκαλούσαμε σύνδρομο του Οθέλλου, είναι η σταθερή πεποίθηση ότι ο σύντροφος εξαπατά, χωρίς επαρκή στοιχεία και παρά τις αποδείξεις για το αντίθετο. Οι Kingham και Gordon (2004) την περιέγραψαν σε ανασκόπηση ως κατάσταση που μπορεί να συνυπάρχει με σχιζοφρένεια, παραληρητική διαταραχή, εξάρτηση από το αλκοόλ και οργανικές παθήσεις του εγκεφάλου.
Ένας άνδρας μπορεί να ελέγχει κάθε μέρα το κινητό της συζύγου του, να μετρά τα λεπτά της διαδρομής από τη δουλειά και να ζητάει λεπτομερή αφήγηση της ημέρας της. Όταν δεν βρίσκει τίποτα, δεν ηρεμεί. Θεωρεί ότι η έλλειψη στοιχείων δείχνει πόσο καλά εκείνη καλύπτεται. Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση με λογικά επιχειρήματα συνήθως αποτυγχάνει.
Η κατάσταση διαφέρει από την ιδεοληπτική ζήλια. Εκεί ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι οι σκέψεις του είναι υπερβολικές, αλλά δεν μπορεί να τις σταματήσει και αναζητά ξανά και ξανά διαβεβαιώσεις. Στην παραληρηματική μορφή δεν υπάρχει αμφιβολία. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία, γιατί η ιδεοληπτική ζήλια αντιμετωπίζεται συνήθως με γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, ενώ η παραληρηματική χρειάζεται αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή.

Στην παραληρηματική ζήλια έχει σημασία ο τρόπος που υποστηρίζεται η πεποίθηση, όχι μόνο το αν τυχαίνει να αληθεύει.
Η διάγνωση δεν αποκλείει την πραγματική απιστία. Ένας άνθρωπος με ψύχωση μπορεί να έχει σύντροφο που τον απατάει πράγματι. Γι’ αυτό ο ψυχίατρος εξετάζει πώς διαμορφώθηκε και πώς διατηρείται η πεποίθηση, και όχι μόνο αν επαληθεύεται. Η επιμονή, ενάντια σε σαφή αντίθετα στοιχεία, μαζί με τον έλεγχο και τις κατηγορίες, είναι αυτό που κινεί την υποψία.
Υπάρχει και ζήτημα ασφάλειας. Η παθολογική ζήλια έχει συνδεθεί με επιθετικότητα προς τον σύντροφο, και γι’ αυτό οι κλινικοί τη λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Αν κάποιος φοβάται για τη σωματική του ακεραιότητα, προτεραιότητα έχει η ασφάλεια και όχι η πειθώ. Χρειάζεται σχέδιο απομάκρυνσης και επικοινωνία με το 112 ή με την Εθνική Γραμμή SOS 15900 για την ενδοοικογενειακή βία.
Τι προσθέτει η νεότερη έρευνα για την ψύχωση
Η ντοπαμίνη θεωρείται εδώ και δεκαετίες βασικός παράγοντας στην ψύχωση. Ο Kapur (2003) πρότεινε ότι η αυξημένη δραστηριότητά της οδηγεί ανθρώπους να δίνουν υπερβολική σημασία σε ουδέτερα γεγονότα, και ότι το παραλήρημα είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να εξηγήσει αυτή την εμπειρία. Έτσι, μια καθυστέρηση στην επιστροφή στο σπίτι ή ένα άγνωστο άρωμα μπορεί να αποκτήσουν ξαφνικά βάρος απόδειξης.

Στη νόσο του Πάρκινσον, φάρμακα που διεγείρουν τους υποδοχείς της ντοπαμίνης συνδέονται με διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων. Στη μελέτη των Weintraub και συνεργατών (2010), με 3.090 ασθενείς, περίπου 14% είχε τουλάχιστον μία τέτοια διαταραχή, όπως παθολογικό τζόγο ή υπερσεξουαλικότητα, και η χρήση αυτών των φαρμάκων συνδεόταν με σαφώς μεγαλύτερη πιθανότητα. Αν και η μελέτη δεν αποδείκνυε αιτιότητα.
Έχουν περιγραφεί και περιστατικά παθολογικής ζήλιας με αυτά τα φάρμακα, αλλά μόνο ως μεμονωμένες αναφορές. Η πρακτική σημασία είναι απλή. Αν η πεποίθηση για απιστία εμφανιστεί μετά την έναρξη ή την αύξηση ενός φαρμάκου, ο θεράπων γιατρός πρέπει να ενημερωθεί. Ωστόσο, κανείς δεν πρέπει να διακόπτει μόνος του την αγωγή του, γιατί η απότομη διακοπή μπορεί να είναι επικίνδυνη.
Η έρευνα αναζητά πλέον μηχανισμούς και πέρα από τη ντοπαμίνη. Στη δοκιμή των Brannan και συνεργατών (2021), ο συνδυασμός ξανομελίνης και τροσπίου, που δρα στους μουσκαρινικούς υποδοχείς, μείωσε τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας σε πέντε εβδομάδες περισσότερο από το εικονικό φάρμακο, σε νοσηλευόμενους με οξεία έξαρση.
Τρεις ενδείξεις δικαιολογούν ψυχιατρική εκτίμηση. Η πρώτη είναι μία πεποίθηση που δεν αλλάζει ούτε μπροστά σε σαφείς αποδείξεις. Η δεύτερη είναι η συνύπαρξή της με αϋπνία, ακουστικές ψευδαισθήσεις, καχυποψία για άλλα θέματα ή κατάχρηση αλκοόλ. Η τρίτη είναι η εμφάνισή της μετά από την εισαγωγή νέου φαρμάκου ή την εκδήλωση νευρολογικής νόσου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται πρώτα εκτίμηση της ψυχικής και της οργανικής κατάστασης.
Όποιος πιστεύει ότι απατάται μπορεί να αναρωτηθεί τι θα έπρεπε να συμβεί για να αλλάξει γνώμη. Αν η απάντηση είναι ότι τίποτα δεν θα τον έπειθε, αξίζει να το συζητήσει με έναν ψυχίατρο. Δεν πρόκειται για ασφαλές διαγνωστικό κριτήριο, αλλά είναι ένα σημείο εκκίνησης.
Βιβλιογραφία
- Brannan, S. K., Sawchak, S., Miller, A. C., Lieberman, J. A., Paul, S. M., & Breier, A. (2021). Muscarinic cholinergic receptor agonist and peripheral antagonist for schizophrenia. New England Journal of Medicine, 384(8), 717–726.
- Fincham, F. D., & May, R. W. (2017). Infidelity in romantic relationships. Current Opinion in Psychology, 13, 70–74.
- Kapur, S. (2003). Psychosis as a state of aberrant salience: A framework linking biology, phenomenology, and pharmacology in schizophrenia. American Journal of Psychiatry, 160(1), 13–23.
- Kingham, M., & Gordon, H. (2004). Aspects of morbid jealousy. Advances in Psychiatric Treatment, 10(3), 207–215.
- Weintraub, D., Koester, J., Potenza, M. N., Siderowf, A. D., Stacy, M., Voon, V., Whetteckey, J., Wunderlich, G. R., & Lang, A. E. (2010). Impulse control disorders in Parkinson disease: A cross-sectional study of 3090 patients. Archives of Neurology, 67(5), 589–595.




