Οι εναλλακτικές θεραπείες προτείνονται σχεδόν πάντα με μία απόλυτη βεβαιότητα από τους παρόχους τους. Ο θεραπευτής δεν λέει «ίσως βοηθήσει», λέει ότι θεραπεύει. Η ιατρική μιλά με ποσοστά, πιθανότητες και επιφυλάξεις, και ο άνθρωπος που φοβάται μια διάγνωση ακούει τη βεβαιότητα πιο εύκολα από την επιφύλαξη. Εδώ βρίσκεται μία πρώτη εξήγηση για το γιατί η πίστη σε αυτές τις μεθόδους αντέχει τόσο.
Το ερώτημα που διατυπώνεται συνήθως είναι αν πρόκειται για εξαπάτηση. Ενίοτε είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που πουλούν εν γνώσει τους προϊόντα και υπηρεσίες χωρίς αποδεδειγμένο όφελος σε ασθενείς που φοβούνται. Κάποιοι θεραπευτές του χώρου, ωστόσο, πιστεύουν ειλικρινά σε αυτό που κάνουν, και αυτό τους κάνει και πιο πειστικούς.
Γιατί οι εναλλακτικές θεραπείες φαίνονται να …πετυχαίνουν
Οι περισσότερες παθήσεις έχουν διακυμάνσεις. Ο πόνος στη μέση ή η κόπωση κορυφώνονται και υποχωρούν από μόνα τους. Οι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια όταν τα συμπτώματα είναι στο χειρότερο σημείο τους, και τότε η επόμενη εβδομάδα είναι σχεδόν πάντα καλύτερη. Αν έχουν δοκιμάσει κάτι στο μεταξύ, αποδίδουν τη βελτίωση σε αυτό.
Ο θεραπευτής βλέπει το ίδιο. Όσοι βελτιώθηκαν επιστρέφουν και το λένε, όσοι δεν βελτιώθηκαν σταματούν να έρχονται ή ακούν ότι δεν επέμειναν αρκετά. Έτσι, χωρίς απαραίτητα πρόθεση απάτης, συσσωρεύονται χρόνια εμπειρίας που φαίνονται να επιβεβαιώνουν τη μέθοδο. Οι ελεγχόμενες μελέτες υπάρχουν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή η προσωπική εντύπωση δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποια βελτίωση οφείλεται στη θεραπεία.
Υπάρχει και το φαινόμενο του εικονικού φαρμάκου. Σε ανασκόπηση της Cochrane με πάνω από διακόσιες μελέτες, οι Hróbjartsson και Gøtzsche (2010) βρήκαν ότι η εικονική θεραπεία δεν αλλάζει σημαντικά τα αντικειμενικά αποτελέσματα, δηλαδή τα μετρήσιμα στοιχεία της νόσου, ενώ ίσως προσφέρει μικρή ανακούφιση σε υποκειμενικά συμπτώματα, ιδίως στον πόνο.
Η ανακούφιση πάντως είναι πραγματική. Οι Kaptchuk και συνεργάτες (2010) έδωσαν σε 80 ανθρώπους με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου χάπια που δηλώθηκαν ρητά ως αδρανή, και σε τρεις εβδομάδες εκείνοι ανέφεραν μεγαλύτερη βελτίωση από όσους δεν πήραν τίποτα. Η μελέτη ήταν μικρή και αφορούσε υποκειμενικά συμπτώματα. Το να νιώθει κανείς καλύτερα δεν αποδεικνύει λοιπόν ότι δρα η ουσία.
Η ομοιοπαθητική έχει ελεγχθεί αρκετά. Οι Shang και συνεργάτες (2005) αντιστοίχισαν 110 μελέτες ομοιοπαθητικής με 110 μελέτες συμβατικής ιατρικής. Οι μικρές μελέτες χαμηλής ποιότητας έδιναν θετικά αποτελέσματα, αλλά στις μεγαλύτερες και πιο αξιόπιστες δεν υπήρχε καμία ένδειξη δράσης πέρα από το εικονικό φάρμακο. Το θετικό αποτέλεσμα προερχόταν, επομένως, από τις πιο αδύναμες μελέτες.
Χρειάζεται όμως μία διάκριση. Όταν μια προσέγγιση, π.χ. η άσκηση ή ορισμένες τεχνικές χαλάρωσης, έχει τεκμηρίωση για συγκεκριμένα συμπτώματα και χρησιμοποιείται παράλληλα με την αναγνωρισμένη θεραπεία, ονομάζεται συμπληρωματική και δεν δημιουργεί το ίδιο πρόβλημα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν μια μέθοδος χωρίς τεκμηρίωση παίρνει τη θέση της θεραπείας που έχει.

Το κόστος ευκαιρίας για τον ασθενή
Η πιο σοβαρή ζημιά δεν είναι τα χρήματα. Οι Johnson και συνεργάτες (2018) εξέτασαν δεδομένα από το εθνικό μητρώο καρκίνου των ΗΠΑ και συνέκριναν 280 ασθενείς που επέλεξαν εναλλακτική μέθοδο αντί για χειρουργείο, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία με 560 ασθενείς παρόμοιων χαρακτηριστικών, μεταξύ των οποίων η ηλικία και το στάδιο. Ο κίνδυνος θανάτου στην πρώτη ομάδα ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερος.
Η μελέτη είναι παρατηρησιακή. Οι ασθενείς δεν επιλέχθηκαν τυχαία, και κάποιες διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες μπορεί να μην καταγράφηκαν. Η έκταση της διαφοράς, ωστόσο, και ο προφανής μηχανισμός, δηλαδή η παράλειψη μιας θεραπείας που ωφελεί, κάνουν δύσκολη την ερμηνεία ότι πρόκειται για σύμπτωση.
Μια γυναίκα μού είπε κάποτε, για τον άντρα της, ότι «τουλάχιστον δεν κάνει κάτι επιβλαβές». Είχαν περάσει επτά μήνες σε ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, με ακριβά σκευάσματα, πριν επιστρέψουν στον ογκολόγο. Τα χρήματα που είχαν ξοδευτεί ήταν σημαντικά. Αυτό που τους απασχολούσε περισσότερο ήταν ο χρόνος, και η σκέψη ότι θα μπορούσαν να είχαν ξεκινήσει νωρίτερα.

Υπάρχει ωστόσο και κίνδυνος άμεσης βλάβης. Τα φυτικά σκευάσματα περιέχουν δραστικές ουσίες. Το βαλσαμόχορτο, για παράδειγμα, μειώνει τη δράση πολλών φαρμάκων, ανάμεσά τους τα αντικαταθλιπτικά και τα αντισυλληπτικά. Γι’ αυτό ο γιατρός πρέπει να γνωρίζει ό,τι παίρνει ο ασθενής, ακόμη κι αν ο ασθενής φοβάται ότι θα κριθεί.
Η βεβαιότητα του θεραπευτή δεν αποτελεί απόδειξη, και η ανακούφιση που νιώθει ο ασθενής, όσο αληθινή κι αν είναι, δεν δείχνει ότι η νόσος υποχώρησε.
Αίρεση, εγωισμός ή ανάγκη ελέγχου μπροστά στη νόσο
Ορισμένες ομάδες εναλλακτικών θεραπευτών λειτουργούν με χαρακτηριστικά κλειστού συστήματος πεποιθήσεων. Υπάρχει ένας χαρισματικός ηγέτης, μια εξήγηση που δεν μπορεί να διαψευστεί, αφού η αποτυχία αποδίδεται στην ανεπαρκή πίστη του ασθενή ή σε «κρίση αποτοξίνωσης», και δυσπιστία απέναντι σε όσους βρίσκονται έξω από την ομάδα. Δεν ισχύει όμως για όλους.
Η υπόθεση του ναρκισσιστικού εγωισμού, της επιθυμίας κάποιου να εξαιρεθεί από την ανθρώπινη συνθήκη, μπορεί να ισχύει για μερικούς από τους ίδιους τους θεραπευτές. Για τους ανθρώπους που προσφεύγουν σε αυτές τις μεθόδους, η κλινική εικόνα συνηγορεί υπέρ μιας απλούστερης εξήγησης, που είναι ο φόβος της απώλειας και η ανάγκη να υπάρχει κάτι παραπάνω που μπορούν να κάνουν για τον εαυτό τους.
Ο γιατρός έχει ένα σύντομο ραντεβού και λίγα βέβαια να πει. Ο εναλλακτικός θεραπευτής αφιερώνει ώρα, ρωτά για τη ζωή του ασθενούς, και δίνει ένα σχέδιο με καθημερινό πρόγραμμα. Ο ασθενής νιώθει ότι τον πρόσεξε και ότι τώρα έχει ένα σχέδιο στα χέρια του. Αυτό λέει βέβαια κάτι και για την ίδια την ιατρική, όχι μόνο για τους άλλους.
Στην οικογένεια, η συζήτηση με έναν δικό μας άνθρωπο που πιστεύει σε αυτές τις μεθόδους σπάνια κερδίζεται με επιχειρήματα. Η ανασκόπηση των Lewandowsky και συνεργατών (2012) για τη λανθασμένη πληροφορία δείχνει ότι η διάψευση πετυχαίνει περισσότερο όταν προσφέρει και εναλλακτική εξήγηση. Πρακτικά βοηθά να ρωτήσει κανείς τι ελπίζει να πετύχει η μέθοδος και να προτείνει μια κοινή συζήτηση με τον γιατρό.
Βιβλιογραφία
- Hróbjartsson, A., & Gøtzsche, P. C. (2010). Placebo interventions for all clinical conditions. Cochrane Database of Systematic Reviews, (1), CD003974.
- Johnson, S. B., Park, H. S., Gross, C. P., & Yu, J. B. (2018). Use of alternative medicine for cancer and its impact on survival. Journal of the National Cancer Institute, 110(1), 121–124.
- Kaptchuk, T. J., Friedlander, E., Kelley, J. M., et al. (2010). Placebos without deception: A randomized controlled trial in irritable bowel syndrome. PLoS ONE, 5(12), e15591.
- Lewandowsky, S., Ecker, U. K. H., Seifert, C. M., Schwarz, N., & Cook, J. (2012). Misinformation and its correction: Continued influence and successful debiasing. Psychological Science in the Public Interest, 13(3), 106–131.
- Shang, A., Huwiler-Müntener, K., Nartey, L., et al. (2005). Are the clinical effects of homoeopathy placebo effects? Comparative study of placebo-controlled trials of homoeopathy and allopathy. The Lancet, 366(9487), 726–732.




