Η βία στους νέους δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Δεν είναι μια στιγμιαία έκρηξη ούτε μια τυχαία επιλογή. Είναι το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας γεγονότων, σκέψεων και συναισθημάτων που συσσωρεύονται με τον καιρό. Όταν ένας έφηβος σηκώνει χέρι ή υψώνει φωνή με επιθετικό τρόπο, συνήθως έχει ήδη περάσει από στάδια όπου κανείς δεν πρόσεξε τα σημάδια. Η νεανική βία δεν αφορά μόνο το θύμα ή τον δράστη. Αφορά όλους όσους βρίσκονται γύρω τους και δεν κατάφεραν να παρέμβουν πριν η κατάσταση ξεφύγει.
Νεανική βία και οι ψυχολογικές της ρίζες
Οι έρευνες δείχνουν ότι η βία στους εφήβους συνδέεται με διαταραχές που δεν εντοπίζονται έγκαιρα. Το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM) καταγράφει συμπτώματα, αλλά συχνά τα περιστατικά βίας εμφανίζονται σε άτομα με συννοσηρότητες. Για παράδειγμα, ένας έφηβος με διαταραχή συμπεριφοράς μπορεί να έχει ταυτόχρονα κατάθλιψη ή άγχος, κάτι που δυσκολεύει τη διάγνωση – τον εντοπισμό τους δηλαδή – και την αντιμετώπιση.
Ένα εναλλακτικό μοντέλο, η Ιεραρχική Ταξινόμηση της Ψυχοπαθολογίας (HiTOP), προτείνει ότι οι ψυχικές διαταραχές δεν είναι ξεχωριστές κατηγορίες αλλά διαστάσεις που αλληλεπικαλύπτονται. Αυτό σημαίνει ότι η επιθετικότητα μπορεί να συνυπάρχει με άλλα συμπτώματα, όπως η παρορμητικότητα ή η δυσκολία στον έλεγχο των συναισθημάτων. Μελέτες όπως αυτή του Kotov et al. (2017) επιβεβαιώνουν ότι η βία στους νέους δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο αλλά μέρος ενός ευρύτερου ψυχολογικού προφίλ.
Η “δικτύωση των συμπτωμάτων”, μια δόκιμη θεωρία πάνω σε αυτό, εξηγεί γιατί μια μικρή αλλαγή σε έναν παράγοντα μπορεί να πυροδοτήσει βίαιη συμπεριφορά. Αν ένας έφηβος νιώθει απομόνωση και ταυτόχρονα έχει πρόσβαση σε όπλα ή βίαια πρότυπα, η πιθανότητα εκδήλωσης βίας αυξάνεται. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι το πρώτο βήμα για την πρόληψη.
Η βία δεν είναι ποτέ η πρώτη επιλογή. Είναι η τελευταία λύση όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει.
Πώς η οικογένεια και το περιβάλλον τροφοδοτούν τη βία
Η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ή την αποτροπή βίαιων συμπεριφορών. Έρευνες όπως αυτή των Repetti et al. (2002) δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα με υψηλό στρες, συγκρούσεις ή παραμέληση είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν επιθετικότητα. Η έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης και η έκθεση σε βία μέσα στο σπίτι δημιουργούν ένα πρότυπο που οι έφηβοι αναπαράγουν έξω από αυτό.

Το σχολείο και οι παρέες επίσης επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Οι έφηβοι που νιώθουν ότι δεν ανήκουν κάπου ή που γίνονται θύματα εκφοβισμού μπορεί να στραφούν στη βία ως μέσο αυτοπροστασίας ή επιβολής. Μελέτες όπως αυτή των Espelage και Holt (2013) επισημαίνουν ότι ο εκφοβισμός και η βία πολλές φορές συνυπάρχουν, με τα θύματα να γίνονται δράστες σε άλλες καταστάσεις.
Η πρόσβαση σε βίαια μέσα, όπως βιντεοπαιχνίδια ή ταινίες, δεν προκαλεί από μόνη της βία, αλλά μπορεί να ενισχύσει επιθετικές τάσεις σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε κίνδυνο. Η έρευνα των Anderson et al. (2010) δείχνει ότι η έκθεση σε βία σε αυτά τα μέσα αυξάνει την επιθετικότητα σε ευάλωτους εφήβους, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει εποπτεία από ενήλικες.

Τρόποι πρόληψης και παρέμβασης
Η πρόληψη της νεανικής βίας απαιτεί δράση σε πολλαπλά επίπεδα. Οι γονείς μπορούν να μάθουν να αναγνωρίζουν τα πρώτα σημάδια επιθετικότητας, όπως η αυξημένη ευερεθιστότητα ή η απομόνωση. Η ανοιχτή επικοινωνία και η δημιουργία ασφαλούς περιβάλλοντος όπου ο έφηβος νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει είναι ζωτικής σημασίας.
Τα σχολεία μπορούν να εφαρμόσουν προγράμματα κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης, τα οποία έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη μείωση της βίας. Μελέτες όπως αυτή των Durlak et al. (2011) δείχνουν ότι τέτοια προγράμματα βελτιώνουν την αυτοεκτίμηση και μειώνουν τις συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί πολύ αποτελεσματικά με την τοποθέτηση ψυχολόγου στα σχολεία με διδακτική ώρα – όχι απλώς περιφερόμενου. Αλλά και η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στην αναγνώριση και διαχείριση επιθετικών συμπεριφορών είναι επίσης σημαντική.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους εφήβους που έχουν ήδη εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά. Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) είναι αποτελεσματική στην αλλαγή των σκέψεων και των συμπεριφορών που οδηγούν στη βία. Μελέτες όπως αυτή των Lochman και Wells (2004) δείχνουν ότι η CBT μειώνει την επιθετικότητα σε εφήβους με διαταραχή συμπεριφοράς.
Η κοινότητα μπορεί να παίξει ρόλο με την οργάνωση δραστηριοτήτων που προάγουν την ενσυναίσθηση και τη συνεργασία. Τα κέντρα νεότητας και οι αθλητικές ομάδες προσφέρουν εναλλακτικές διεξόδους για την ενέργεια και τα συναισθήματα των εφήβων. Η συμμετοχή σε τέτοιες δραστηριότητες μειώνει την απομόνωση και ενισχύει την αίσθηση του ανήκειν.
Βιβλιογραφία
- Anderson, C. A., Shibuya, A., Ihori, N., et al. (2010). Violent video game effects on aggression, empathy, and prosocial behavior in Eastern and Western countries: A meta-analytic review. Psychological Bulletin, 136(2), 151-173.
- Durlak, J. A., Weissberg, R. P., Dymnicki, A. B., Taylor, R. D., & Schellinger, K. B. (2011). The impact of enhancing students’ social and emotional learning: A meta-analysis of school-based universal interventions. Child Development, 82(1), 405-432.
- Espelage, D. L., & Holt, M. K. (2013). Suicidal ideation and school bullying experiences after controlling for depression and delinquency. Journal of Adolescent Health, 53(1), S27-S31.
- Kotov, R., Krueger, R. F., Watson, D., et al. (2017). The Hierarchical Taxonomy of Psychopathology (HiTOP): A dimensional alternative to traditional nosologies. Journal of Abnormal Psychology, 126(4), 454-477.
- Lochman, J. E., & Wells, K. C. (2004). The Coping Power program for preadolescent aggressive boys and their parents: Outcome effects at the 1-year follow-up. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 72(4), 571-578.
- Repetti, R. L., Taylor, S. E., & Seeman, T. E. (2002). Risky families: Family social environments and the mental and physical health of offspring. Psychological Bulletin, 128(2), 330-366.




