Τα αγχολυτικά είναι από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα στην ψυχιατρική, αλλά η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει, ως έναν βαθμό, μια υπόθεση εμπιστοσύνης στα λόγια του ασθενή. Κάποιος έρχεται στο ραντεβού και λέει πως νιώθει καλύτερα, ή πως το άγχος του παραμένει το ίδιο, και ο γιατρός καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια με βάση αυτή τη μαρτυρία και τη δική του κλινική εντύπωση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι λένε ψέματα. Το πρόβλημα είναι ότι η μνήμη μας για το πώς νιώσαμε τις τελευταίες τρεις εβδομάδες είναι αναπόφευκτα επιλεκτική. Θυμόμαστε την κρίση άγχους της Τρίτης, ξεχνάμε τις δεκατρείς σχετικά ήρεμες μέρες που μεσολάβησαν. Αυτή η ασυμμετρία στη μνήμη επηρεάζει άμεσα το πώς περιγράφουμε στον θεράποντα την πορεία μας.
Αγχολυτικά και η ανάγκη για πιο αντικειμενικά δεδομένα
Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται στην ψυχιατρική μια συζήτηση για το πώς θα μπορούσαν φορετές συσκευές, όπως ρολόγια ή αισθητήρες που καταγράφουν καρδιακό ρυθμό, ύπνο και κινητικότητα, να συμπληρώσουν αυτή την υποκειμενική εικόνα με πιο σταθερά μετρήσιμα δεδομένα. Η ιδέα δεν είναι να αντικατασταθεί η κλινική συνέντευξη, αλλά να εμπλουτιστεί με πληροφορία που δεν εξαρτάται από τη μνήμη του ασθενή.
Ο Insel (2017), πρώην διευθυντής του αμερικανικού Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας, περιέγραψε αυτή την τάση με τον όρο ψηφιακή φαινοτυπία, δηλαδή τη συστηματική καταγραφή συμπεριφορικών δεδομένων μέσω κινητών συσκευών για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς εξελίσσονται οι ψυχικές διαταραχές στην καθημερινότητα, πέρα από το ιατρείο. Στο άγχος συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει καταγραφή διαταραχών ύπνου, μεταβολών στον καρδιακό ρυθμό ή μοτίβων αποφυγής, στοιχεία που συχνά προηγούνται της υποκειμενικής αίσθησης επιδείνωσης.

Ένας άνθρωπος υπό αγωγή με αγχολυτικό μπορεί να δηλώνει σταθερή βελτίωση, ενώ τα δεδομένα ύπνου δείχνουν συνεχιζόμενη κατακερματισμένη ξεκούραση. Αυτή η απόκλιση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνει λάθος. Σημαίνει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές πηγές πληροφορίας, και ο κλινικός χρειάζεται και τις δύο για να αποφασίσει αν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης ή αλλαγή στρατηγικής.
Πώς μπορεί να αλλάξει η παρακολούθηση της θεραπείας
Η προοπτική να συνδεθούν βιοδείκτες από φορετές συσκευές με μοντέλα βασισμένα στο αποτέλεσμα της θεραπείας, αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία ονομάζεται value-based care, ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης για τη συνταγογράφηση αγχολυτικών. Αντί η επιτυχία της θεραπείας να κρίνεται μόνο από την υποχώρηση των συμπτωμάτων όπως τα περιγράφει ο ασθενής, θα μπορούσε να συνυπολογίζεται και η αντικειμενική βελτίωση σε δείκτες όπως η ποιότητα του ύπνου ή η μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις βενζοδιαζεπίνες, την πιο διαδεδομένη κατηγορία αγχολυτικών, όπου ο κίνδυνος ανοχής και εξάρτησης καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη αναγνώριση του πότε η φαρμακευτική αγωγή έχει σταματήσει να προσφέρει πραγματικό όφελος. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Βρετανικής Εταιρείας Ψυχοφαρμακολογίας συνιστούν περιοδική επανεκτίμηση της ανάγκης συνέχισης, κάτι που αντικειμενικά δεδομένα θα μπορούσαν να υποστηρίξουν καλύτερα από τη μνήμη τριών εβδομάδων (Baldwin et al., 2014).
Η αξία μιας φορετής συσκευής δεν βρίσκεται στον αριθμό που εμφανίζει, αλλά στο αν αυτός ο αριθμός αλλάζει πραγματικά την απόφαση που θα πάρει ο γιατρός για τον συγκεκριμένο άνθρωπο απέναντί του.
Τα όρια αυτής της προσέγγισης
Παρά το ενδιαφέρον, η τεχνολογία αυτή βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο κλινικής εφαρμογής. Οι Torous και συνεργάτες (2016) επισήμαναν ήδη από τότε ότι η πλειονότητα των εφαρμογών ψηφιακής παρακολούθησης δεν έχει αξιολογηθεί με αυστηρές μεθοδολογικές προδιαγραφές, και ότι η ποιότητα των δεδομένων ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη συσκευή, τη συνέπεια χρήσης της και τα χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου.
Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος η αγωνία για το άγχος να μετατραπεί η ίδια σε πηγή άγχους, όταν κάποιος παρακολουθεί ανά πάσα στιγμή τον καρδιακό του ρυθμό περιμένοντας ένδειξη επιδείνωσης. Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι ορισμένοι ασθενείς με αγχώδη διαταραχή αναπτύσσουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε τέτοιου είδους δεδομένα, τα οποία τελικά τροφοδοτούν παρά μειώνουν την ανησυχία τους.
Το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία θα αντικαταστήσει την κλινική κρίση, αλλά πώς θα ενταχθεί σε αυτήν χωρίς να μετατρέψει τη θεραπεία του άγχους σε άσκηση συνεχούς μέτρησης. Η συνταγογράφηση αγχολυτικών παραμένει, στον πυρήνα της, μια απόφαση που στηρίζεται στη σχέση ανθρώπου και θεράποντος, με τα δεδομένα να λειτουργούν ως βοηθητικό εργαλείο και όχι ως τελικός κριτής.
Βιβλιογραφία
- Baldwin, D. S., Anderson, I. M., Nutt, D. J., Bandelow, B., Bond, A., Davidson, J. R. T., den Boer, J. A., Fineberg, N. A., Knapp, M., Scott, J., & Wittchen, H. U. (2014). Evidence-based pharmacological treatment of anxiety disorders, post-traumatic stress disorder and obsessive-compulsive disorder: A revision of the 2005 guidelines from the British Association for Psychopharmacology. Journal of Psychopharmacology, 28(5), 403-439.
- Insel, T. R. (2017). Digital phenotyping: Technology for a new science of behavior. JAMA, 318(13), 1215-1216.
- Torous, J., Kiang, M. V., Lorme, J., & Onnela, J. P. (2016). New tools for new research in psychiatry: A scalable and customizable platform to empower data driven smartphone research. JMIR Mental Health, 3(2), e16.




