Μετατραυματικό στρες δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος θυμάται δυσάρεστα ένα γεγονός. Σημαίνει ότι το νευρικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί σαν ο κίνδυνος να βρίσκεται ακόμα εδώ, μήνες ή χρόνια μετά. Ένας άνθρωπος μού είχε περιγράψει κάποτε πώς ο ήχος ενός αυτοκινήτου που φρενάρει απότομα στον δρόμο τον έκανε να παγώσει για ώρα, με την καρδιά του να χτυπά σαν να βρισκόταν ξανά μέσα στο ατύχημα που είχε ζήσει δύο χρόνια πριν.
Το μετατραυματικό στρες ως διαταραχή της μνήμης και όχι μόνο του φόβου
Η μετατραυματική διαταραχή του στρες περιγράφεται στα διαγνωστικά εγχειρίδια ως αντίδραση σε ένα γεγονός που περιλάμβανε πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή σεξουαλική βία. Όμως η κλινική εικόνα δεν εξαντλείται στον φόβο. Πρόκειται κυρίως για μια δυσλειτουργία στον τρόπο που ο εγκέφαλος αποθηκεύει και ανακαλεί τη μνήμη του τραυματικού γεγονότος.
Σε μια εκτενή ανασκόπηση για το Nature Reviews Disease Primers, οι Yehuda και συνεργάτες (2015) περιγράφουν πώς η τραυματική μνήμη δεν αποθηκεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια συνηθισμένη ανάμνηση. Παραμένει αποσπασματική, εντονότερη ως προς τα σωματικά και συναισθηματικά στοιχεία, και επανέρχεται χωρίς προειδοποίηση μέσα από εικόνες, μυρωδιές ή ήχους που μοιάζουν έστω και ελάχιστα με το αρχικό γεγονός.
Αυτό εξηγεί γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί κανονικά για μεγάλα διαστήματα και ξαφνικά να «παγώνει» μπροστά σε ένα ερέθισμα που για τους άλλους μοιάζει ασήμαντο. Δεν πρόκειται για υπερβολή ούτε για αδυναμία χαρακτήρα. Είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος συναγερμού που έχει μείνει ρυθμισμένο σε λανθασμένο επίπεδο ευαισθησίας.
Πώς εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή
Τα συμπτώματα οργανώνονται γύρω από τέσσερις άξονες: την επαναβίωση του γεγονότος μέσα από εφιάλτες ή αναδρομές, την αποφυγή καταστάσεων που θυμίζουν το τραύμα, τις αρνητικές αλλαγές στη σκέψη και τη διάθεση, και την αυξημένη διέγερση του νευρικού συστήματος, που εκφράζεται με ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης ή διαταραγμένο ύπνο.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να αποφεύγει συστηματικά έναν δρόμο, μια συζήτηση ή ακόμα και μια σχέση που τον φέρνει κοντά σε συναισθήματα ευαλωτότητας. Η αποφυγή λειτουργεί βραχυπρόθεσμα ως ανακούφιση, αλλά μακροπρόθεσμα στενεύει τη ζωή του ανθρώπου, γιατί ο κόσμος γεμίζει σταδιακά με σημεία που πρέπει να αποφευχθούν.
Σε μια ανασκόπηση για το World Psychiatry, ο Bryant (2019) σημειώνει ότι όχι κάθε άνθρωπος που ζει ένα τραυματικό γεγονός αναπτύσσει τη διαταραχή. Η πλειονότητα ανακάμπτει μέσα στους πρώτους μήνες χωρίς παρέμβαση. Η επιμονή των συμπτωμάτων πέρα από αυτό το διάστημα είναι που θέτει το ερώτημα μιας πιθανής κλινικής διάγνωσης.
Η ανάπτυξη μετατραυματικού στρες δεν εξαρτάται μόνο από τη σοβαρότητα του γεγονότος, αλλά και από παράγοντες όπως η προηγούμενη ιστορία τραύματος, η κοινωνική υποστήριξη μετά το συμβάν και η βιολογική ευαλωτότητα του κάθε ανθρώπου.
Θεραπευτικές προσεγγίσεις που έχουν τεκμηρίωση
Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (2017) συστήνουν ως πρώτης γραμμής θεραπείες τις τραυματοκεντρικές μορφές γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας, όπως η παρατεταμένη έκθεση και η γνωσιακή επεξεργασία, καθώς και τη θεραπεία EMDR, που αξιοποιεί την κατευθυνόμενη κίνηση των ματιών για να επεξεργαστεί το τραυματικό υλικό.

Αυτές οι προσεγγίσεις δεν επιχειρούν να «σβήσουν» τη μνήμη, κάτι που δεν είναι εφικτό ούτε επιθυμητό. Βοηθούν τον εγκέφαλο να επανακατηγοριοποιήσει το γεγονός ως κάτι που ανήκει στο παρελθόν, ώστε το σύστημα συναγερμού να πάψει να ενεργοποιείται σε κάθε υπενθύμιση. Η φαρμακευτική αγωγή, κυρίως εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, μπορεί να συνδράμει σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς όμως να αντικαθιστά την ψυχοθεραπευτική δουλειά.
Ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στο τραυματικό γεγονός και την αναζήτηση βοήθειας παίζει ρόλο, αλλά δεν αποτελεί απαγορευτικό παράγοντα. Έχω δει ανθρώπους να έρχονται στη θεραπεία δεκαπέντε χρόνια μετά από ένα ατύχημα ή μια κακοποιητική σχέση, και το νευρικό τους σύστημα να ανταποκρίνεται στη θεραπεία με τρόπο εξίσου ουσιαστικό όσο και σε πιο πρόσφατα περιστατικά.
Αυτό που μένει τελικά από την κλινική εμπειρία δεν είναι μια εικόνα μόνιμης βλάβης, αλλά ενός συστήματος που έχει μάθει, κάτω από συνθήκες απειλής, να προστατεύεται με τρόπους που πλέον δεν χρειάζονται. Η θεραπεία δεν διαγράφει το γεγονός. Δίνει στο νευρικό σύστημα την πληροφορία ότι μπορεί επιτέλους να πάψει να περιμένει το επόμενο χτύπημα.
Βιβλιογραφία
- Yehuda, R., Hoge, C. W., McFarlane, A. C., Vermetten, E., Lanius, R. A., Nievergelt, C. M., Hobfoll, S. E., Koenen, K. C., Neylan, T. C., & Shalev, A. Y. (2015). Post-traumatic stress disorder. Nature Reviews Disease Primers, 1, 15057.
- Bryant, R. A. (2019). Post-traumatic stress disorder: a state-of-the-art review of evidence and challenges. World Psychiatry, 18(3), 259-269.
- American Psychological Association. (2017). Clinical Practice Guideline for the Treatment of PTSD in Adults.
- Kessler, R. C., Sonnega, A., Bromet, E., Hughes, M., & Nelson, C. B. (1995). Posttraumatic stress disorder in the National Comorbidity Survey. Archives of General Psychiatry, 52(12), 1048-1060.




