Η εφηβεία είναι η περίοδος στην οποία ένας άνθρωπος αποκτά τις πρώτες του εμπειρίες γύρω από το σώμα, την επιθυμία και τη σεξουαλικότητα, χωρίς να έχει ακόμη τα εργαλεία να τις κατανοήσει πλήρως. Στο ιατρείο, όταν ένας ενήλικας μιλάει για σεξουαλική δυσλειτουργία, η κουβέντα καταλήγει αρκετές φορές πίσω σε εκείνα τα χρόνια, στις πρώτες φορές που το σώμα έκανε κάτι που δεν ελέγχεται εύκολα και κανείς δεν εξήγησε τι σημαίνει αυτό.
Ένα πρόσφατο podcast της Psychiatric Times, με τη ψυχίατρο Anita H. Clayton, ειδική στη σεξουαλική δυσλειτουργία που σχετίζεται με ψυχιατρικές παθήσεις και φάρμακα, επανέφερε ένα ζήτημα που οι κλινικοί συζητούν λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε με τους ενήλικες ασθενείς τους. Το ίδιο ζήτημα, όμως, ξεκινά πολύ πριν την ενήλικη ζωή, στα χρόνια που διαμορφώνεται η σχέση κάποιου με το σώμα του.
Η εφηβεία ως περίοδος διαμόρφωσης της σεξουαλικής ταυτότητας
Η ανασκόπηση των Tolman και McClelland (2011) στο Journal of Research on Adolescence συγκέντρωσε δεδομένα μιας δεκαετίας ερευνών και έδειξε ότι η σεξουαλική ανάπτυξη στην εφηβεία δεν αφορά μόνο τη βιολογική ωρίμανση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος μαθαίνει να ερμηνεύει τα σωματικά του σήματα, την επιθυμία και τη ντροπή. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η έλλειψη ουσιαστικής συζήτησης γύρω από τη σεξουαλικότητα, τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο, αφήνει τον έφηβο να χτίζει μόνος του νοητικά πρότυπα που ενίοτε παραμένουν άκαμπτα για χρόνια.

Στην κλινική πράξη αυτό φαίνεται στους ενήλικες που περιγράφουν σεξουαλική δυσλειτουργία χωρίς σαφή οργανική αιτία. Η δυσλειτουργία δεν εμφανίστηκε ξαφνικά· απλά η ίδια αγωνία, η ίδια αίσθηση ότι το σώμα κάνει κάτι λάθος, υπήρχε ήδη από τα δεκατέσσερα ή τα δεκαπέντε, χωρίς κανείς να τη πάρει σοβαρά υπόψη.
Η σεξουαλική δυσλειτουργία που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή έχει ενίοτε τις ρίζες της σε μια εφηβεία όπου κανείς δεν έδωσε στον έφηβο λόγια για να μιλήσει για το σώμα και την επιθυμία του.
Τα ψυχοφάρμακα, η κατάθλιψη και η σιωπή γύρω από τη σεξουαλικότητα
Ένα δεύτερο σημείο που αναδεικνύεται από τη δουλειά της Clayton αφορά τις παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών στη σεξουαλική λειτουργία. Η μελέτη των Montejo και συνεργατών (2001), από τις πρώτες μεγάλες προσπάθειες καταγραφής του φαινομένου, βρήκε ότι πάνω από το εξήντα τοις εκατό των ασθενών υπό αγωγή με ορισμένα αντικαταθλιπτικά ανέφεραν κάποια μορφή σεξουαλικής δυσλειτουργίας, συνήθως χωρίς να το αναφέρουν οι ίδιοι πρώτοι στον γιατρό τους.
Το εύρημα αυτό αφορά κυρίως ενήλικες, αλλά η αγωγή με αντικαταθλιπτικά χορηγείται και σε εφήβους με κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές, σε μια περίοδο κατά την οποία η σεξουαλική ταυτότητα βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση. Δεν υπάρχει επαρκής έρευνα ειδικά σχεδιασμένη για να καταγράψει πόσο ο νεαρός ασθενής αντιλαμβάνεται μια πιθανή μείωση της επιθυμίας ή μια δυσκολία στη διέγερση ως κάτι φυσιολογικό, ως παρενέργεια, ή απλά ως μέρος αυτού που είναι.

Οι Clayton και Balon (2009), σε ανασκόπηση στο Journal of Sexual Medicine, υπογραμμίζουν ότι τόσο η ίδια η ψυχική διαταραχή όσο και η φαρμακευτική της αγωγή μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία, με τρόπο που ενίοτε είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιο από τα δύο ευθύνεται περισσότερο. Στον έφηβο, όπου δεν υπάρχει ακόμη σταθερό σημείο αναφοράς για το πώς νιώθει το σώμα του υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή η σύγχυση μπορεί να γίνει ακόμη πιο δυσδιάκριτη.
Τι μπορούν να αλλάξουν γονείς και κλινικοί
Η πρακτική συνέπεια αυτών των δεδομένων δεν είναι να αποφεύγεται η φαρμακευτική αγωγή όταν χρειάζεται, αλλά να ανοίγεται νωρίτερα ο διάλογος. Ένας κλινικός που ρωτά έναν έφηβο ασθενή, με απλά λόγια και χωρίς αμηχανία, αν παρατήρησε αλλαγές στην επιθυμία ή στη σεξουαλική του λειτουργία μετά την έναρξη μιας αγωγής, δίνει στον νεαρό άνθρωπο μια πληροφορία πολύτιμη: ότι αυτό το θέμα μπορεί να συζητηθεί, όχι να κρύβεται.
Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς, οι οποίοι δεν χρειάζεται να γίνουν ειδικοί σεξολόγοι, αλλά μπορούν να αφήσουν ανοιχτή μια πόρτα, ώστε ο έφηβος να ξέρει ότι μια ερώτηση για το σώμα του δεν θα προκαλέσει ντροπή ή αποφυγή. Η έρευνα των Tolman και McClelland δείχνει ότι αυτή ακριβώς η δυνατότητα διαλόγου, περισσότερο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμβουλή, σχετίζεται με πιο υγιή σεξουαλική ανάπτυξη στα επόμενα χρόνια.
Στο ιατρείο, οι ενήλικες που καταφέρνουν τελικά να μιλήσουν για μια σεξουαλική δυσκολία που κρατούσαν κρυφή για χρόνια, περιγράφουν αρκετές φορές μια παρόμοια αίσθηση ανακούφισης, σαν να έλυναν επιτέλους έναν κόμπο που ξεκίνησε πολύ πριν αντιληφθούν καν ότι υπήρχε πρόβλημα. Η δουλειά που δεν έγινε στην εφηβεία δεν χάνεται οριστικά, απλά γίνεται πιο δύσκολη και πιο μοναχική.
Βιβλιογραφία
- Tolman, D. L., & McClelland, S. I. (2011). Normative sexuality development in adolescence: A decade in review, 2000-2009. Journal of Research on Adolescence, 21(1), 242-255.
- Montejo, A. L., Llorca, G., Izquierdo, J. A., & Rico-Villademoros, F. (2001). Incidence of sexual dysfunction associated with antidepressant agents: A prospective multicenter study. Journal of Clinical Psychiatry, 62(Suppl 3), 10-21.
- Clayton, A. H., & Balon, R. (2009). The impact of mental illness and psychotropic medications on sexual functioning: The evidence and management. Journal of Sexual Medicine, 6(5), 1200-1211.
- Psychiatric Times. (2024). Podcast: Tips for treating sexual dysfunction with Anita H. Clayton, MD. psychiatrictimes.com.




