Υπογράφει:

Δημήτρης Παπαδημητριάδης MD MSc

Ο ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Διεθνή Πολιτική Υγείας στο London School of Economics (LSE). Εξειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική και στην Ψυχοθεραπεία στο Λονδίνο (Royal Free Hospital & UCL School of Medicine, Halliwick Personality Disorder Service) και στην Αθήνα (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, Περιφ. Γενικό Νοσοκομείο “Ευαγγελισμός”).Παρακολούθησε το πρόγραμμα Γνωσιακής Θεραπείας για τις Διαταραχές Άγχους του Beck Institute for Cognitive Behavior Therapy που ίδρυσε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ ο θεμελιωτής της γνωσιακής θεραπείας Dr. Aaron T. Beck.Ακόμη, συμμετείχε στα προγράμματα Γνωσιακής Επεξεργασίας Τραύματος και Κατάθλιψης με Άγχος των Massachusetts General Hospital και McLean Hospital και στην εκπαίδευση για τη γενική ψυχιατρική διαχείριση της Οριακής Διαταραχής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Harvard. Μάθετε περισσότερα

ΙΑΤΡΕΙΟ ΔΗΜ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ

Πώς αναγνωρίζουμε και αντιμετωπίζουμε τη ΔΕΠΥ στα παιδιά

ΔΕΠΥ στα παιδιά ονομάζουμε την κατάσταση κατά την οποία η προσοχή, ο έλεγχος της παρόρμησης και η κινητική δραστηριότητα αναπτύσσονται με τρόπο που δυσκολεύει την καθημερινότητα του παιδιού. Η πλήρης ονομασία είναι Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Οι γονείς τη σκέφτονται συνήθως όταν το παιδί ξεκινά το σχολείο και οι απαιτήσεις για συγκέντρωση αυξάνονται.

Στο ιατρείο η συζήτηση ξεκινά σχεδόν πάντα με μια παρόμοια φράση. Η δασκάλα λέει ότι δεν μπορεί να καθίσει πέντε λεπτά, ενώ στο σπίτι χτίζει με τουβλάκια δύο ώρες χωρίς διακοπή. Και οι δύο περιγραφές είναι σωστές. Στο παιδί με ΔΕΠΥ δεν λείπει η προσοχή, δυσκολεύεται να τη ρυθμίσει όταν η δραστηριότητα δεν το ενδιαφέρει ή απαιτεί επιμονή.

Τι σημαίνει ΔΕΠΥ στα παιδιά και πώς φαίνεται

Τα συμπτώματα χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η απροσεξία φαίνεται όταν το παιδί χάνει τα πράγματά του, ξεχνά τι του ζητήθηκε, αφήνει τις εργασίες ημιτελείς ή δείχνει να μην ακούει όταν του μιλούν. Η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα φαίνονται στο συνεχές στριφογύρισμα, στην υπερβολική ομιλία, στις διακοπές των άλλων και στη δυσκολία να περιμένει τη σειρά του.

Ένα παιδί μπορεί να έχει κυρίως τα πρώτα, κυρίως τα δεύτερα ή και τα δύο μαζί. Η μορφή με κυρίαρχη απροσεξία περνά εύκολα απαρατήρητη, ιδίως στα κορίτσια, επειδή το παιδί κάθεται ήσυχο και δεν ενοχλεί την τάξη. Έτσι η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει για χρόνια, ώσπου να πέσουν οι βαθμοί ή να εξαντλείται το παιδί από τη μελέτη.

Οι Polanczyk και συνεργάτες (2007) ανέλυσαν 102 μελέτες από όλο τον κόσμο και υπολόγισαν ότι περίπου το 5% των παιδιών και των εφήβων πληροί τα κριτήρια της διαταραχής. Οι διαφορές ανάμεσα στις μελέτες οφείλονταν κυρίως στα διαφορετικά κριτήρια και στις μεθόδους που χρησιμοποίησαν, και όχι σε πραγματική διαφορά ανάμεσα στις χώρες.

Η ΔΕΠΥ έχει ισχυρή γενετική συνιστώσα. Στην ανασκόπηση των Faraone και συνεργατών (2015) η κληρονομικότητα εκτιμάται περίπου στο 74%. Το ποσοστό αφορά πληθυσμούς και δεν δείχνει πόσο γενετικά καθορίζεται η ΔΕΠΥ ενός συγκεκριμένου παιδιού. Η ανατροφή δεν προκαλεί τη διαταραχή, αν και το περιβάλλον του παιδιού επηρεάζει την πορεία και τη βαρύτητά της.

ΔΕΠΥ στα παιδιά - εικόνα άρθρου

Πώς γίνεται η διάγνωση και γιατί χρειάζεται προσοχή

Δεν υπάρχει εξέταση αίματος, απεικόνιση εγκεφάλου ή τεστ που να επιβεβαιώνει τη ΔΕΠΥ. Η διάγνωση στηρίζεται στην κλινική εικόνα. Με βάση τα κριτήρια του DSM-5, που ακολουθούν και οι οδηγίες της Αμερικανικής Παιδιατρικής Ακαδημίας, χρειάζονται τουλάχιστον έξι συμπτώματα που διαρκούν έξι μήνες, ξεκινούν πριν από τα 12 έτη, εμφανίζονται σε δύο τουλάχιστον περιβάλλοντα και επηρεάζουν σαφώς τη λειτουργικότητα.

Ο γιατρός παίρνει λεπτομερές ιστορικό από τους γονείς, ζητά πληροφορίες από τους εκπαιδευτικούς, χρησιμοποιεί κλίμακες αξιολόγησης και ελέγχει αν κάτι άλλο εξηγεί τα προβλήματα. Προβλήματα ακοής ή όρασης, διαταραχές ύπνου, άγχος, μαθησιακές δυσκολίες και δύσκολες εμπειρίες στη ζωή του παιδιού μπορούν να δώσουν εικόνα παρόμοια με τη ΔΕΠΥ ή να συνυπάρχουν μαζί της, κάτι που συμβαίνει σε αρκετά παιδιά.

Προσοχή χρειάζεται και στην ηλικία του παιδιού μέσα στην τάξη. Ο Elder (2010) εξέτασε δεδομένα από τις ΗΠΑ με ακριβείς ημερομηνίες γέννησης και διαπίστωσε ότι τα μικρότερα παιδιά της τάξης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να πάρουν διάγνωση ΔΕΠΥ από τα μεγαλύτερα παιδιά της ίδιας τάξης. Το εύρημα δείχνει ότι η φυσιολογική ανωριμότητα μπορεί ενίοτε να εκληφθεί ως διαταραχή.

ΔΕΠΥ στα παιδιά - εικόνα άρθρου

Αν οι δυσκολίες διαρκούν πάνω από έξι μήνες και φαίνονται και στο σπίτι και στο σχολείο, αξίζει να ζητήσετε αξιολόγηση από παιδοψυχίατρο ή αναπτυξιακό παιδίατρο. Καλό είναι να πάτε μαζί με σημειώσεις για συγκεκριμένες καταστάσεις και, αν γίνεται, με μια σύντομη γραπτή περιγραφή από τον εκπαιδευτικό.

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ βασίζεται στην προσεκτική εκτίμηση της καθημερινής λειτουργικότητας του παιδιού σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα, και όχι σε μία εξέταση ή σε ένα ερωτηματολόγιο.

Τι βοηθά στο σπίτι, στο σχολείο και στη θεραπεία

Οι οδηγίες της Αμερικανικής Παιδιατρικής Ακαδημίας (Wolraich και συνεργάτες, 2019) ξεχωρίζουν τις ηλικίες. Για παιδιά 4 έως 5 ετών προτείνεται πρώτα εκπαίδευση των γονέων σε τεχνικές διαχείρισης της συμπεριφοράς. Από τα 6 έως τα 11 συστήνεται φαρμακευτική αγωγή μαζί με εκπαίδευση των γονέων και παρεμβάσεις στην τάξη. Στους εφήβους προστίθεται η συναίνεση του ίδιου του εφήβου.

Η μελέτη MTA, μία από τις μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες μελέτες για το θέμα, παρακολούθησε 579 παιδιά για 14 μήνες. Η προσεκτικά ρυθμισμένη φαρμακευτική αγωγή και ο συνδυασμός της με συμπεριφορική παρέμβαση μείωσαν τα βασικά συμπτώματα περισσότερο από τη συμπεριφορική παρέμβαση μόνη της και από τη συνήθη φροντίδα της κοινότητας (MTA Cooperative Group, 1999).

Ο συνδυασμός έδειξε μικρά επιπλέον οφέλη σε ορισμένους τομείς. Σε μεταγενέστερες αξιολογήσεις της ίδιας ομάδας, το πλεονέκτημα της αγωγής περιορίστηκε με τα χρόνια, γεγονός που δείχνει ότι η θεραπεία χρειάζεται τακτική επανεκτίμηση και όχι μια αρχική απόφαση που δεν αναθεωρείται.

Στη μετα-ανάλυση δικτύου των Cortese και συνεργατών (2018), που συνέκρινε φάρμακα για τη ΔΕΠΥ σε 133 διπλά τυφλές μελέτες, η μεθυλφενιδάτη είχε την καλύτερη ισορροπία αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας στα παιδιά και στους εφήβους. Οι μελέτες διαρκούσαν συνήθως λίγες εβδομάδες, επομένως τα δεδομένα για τη μακροχρόνια χρήση είναι πιο περιορισμένα.

Οι συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η μείωση της όρεξης, η δυσκολία στον ύπνο, ο κοιλιακός πόνος και ο πονοκέφαλος. Ο γιατρός παρακολουθεί βάρος, ύψος, σφύξεις και αρτηριακή πίεση και προσαρμόζει τη δόση. Την απόφαση για φάρμακο την παίρνουν οι γονείς μαζί με τον γιατρό και, όσο μεγαλώνει το παιδί, μαζί με το ίδιο.

Στο σπίτι βοηθά η σταθερή ρουτίνα, με προβλέψιμες ώρες για φαγητό, μελέτη και ύπνο. Οι οδηγίες δίνονται μία κάθε φορά, με σύντομες προτάσεις, αφού πρώτα το παιδί κοιτάξει τον γονέα, και ζητάμε από το παιδί να τις επαναλάβει. Ένας πίνακας με εικόνες για τα βήματα του πρωινού μειώνει τις υπενθυμίσεις και τους καβγάδες.

Η μελέτη χωρίζεται σε διαστήματα των 10 έως 15 λεπτών με μικρά διαλείμματα κίνησης. Ο έπαινος δίνεται αμέσως και για συγκεκριμένη πράξη, για παράδειγμα «τελείωσες τις δύο πρώτες ασκήσεις χωρίς να σηκωθείς», και βοηθά περισσότερο από ένα γενικό «μπράβο». Οι τιμωρίες που έρχονται ώρες αργότερα σπάνια συνδέονται από το παιδί με την πράξη του.

Στο σχολείο βοηθούν η θέση κοντά στον εκπαιδευτικό, οι σαφείς και σύντομες οδηγίες, ο επιπλέον χρόνος στα διαγωνίσματα και η τακτική επικοινωνία με τους γονείς. Αν το παιδί χρειάζεται πιο οργανωμένη στήριξη, οι γονείς μπορούν να ζητήσουν αξιολόγηση μέσω των δημόσιων δομών εκπαιδευτικής υποστήριξης.

Όταν οι γονείς και ο εκπαιδευτικός συγκρίνουν τις παρατηρήσεις τους, οι δύο περιγραφές του παιδιού με τα τουβλάκια συνήθως δεν αντιφάσκουν πια. Η διάγνωση δεν λέει τι είναι το παιδί. Λέει σε ποιες συνθήκες η προσοχή του αντέχει και σε ποιες χρειάζεται βοήθεια, και αυτό το μαθαίνουμε σιγά σιγά, για κάθε παιδί ξεχωριστά.

Βιβλιογραφία
  • Cortese, S., Adamo, N., Del Giovane, C., Mohr-Jensen, C., Hayes, A. J., Carucci, S., et al. (2018). Comparative efficacy and tolerability of medications for attention-deficit hyperactivity disorder in children, adolescents, and adults: A systematic review and network meta-analysis. The Lancet Psychiatry, 5(9), 727–738.
  • Elder, T. E. (2010). The importance of relative standards in ADHD diagnoses: Evidence based on exact birth dates. Journal of Health Economics, 29(5), 641–656.
  • Faraone, S. V., Asherson, P., Banaschewski, T., Biederman, J., Buitelaar, J. K., Ramos-Quiroga, J. A., et al. (2015). Attention-deficit/hyperactivity disorder. Nature Reviews Disease Primers, 1, 15020.
  • MTA Cooperative Group. (1999). A 14-month randomized clinical trial of treatment strategies for attention-deficit/hyperactivity disorder. Archives of General Psychiatry, 56(12), 1073–1086.
  • Polanczyk, G., de Lima, M. S., Horta, B. L., Biederman, J., & Rohde, L. A. (2007). The worldwide prevalence of ADHD: A systematic review and metaregression analysis. American Journal of Psychiatry, 164(6), 942–948.
  • Wolraich, M. L., Hagan, J. F., Allan, C., Chan, E., Davison, D., Earls, M., et al. (2019). Clinical practice guideline for the diagnosis, evaluation, and treatment of attention-deficit/hyperactivity disorder in children and adolescents. Pediatrics, 144(4), e20192528.
Facebook
LinkedIn
X
Threads
Email
Reddit
WhatsApp
Telegram
αναγεννητική ιατρική

Τι είναι η «αναγεννητική ιατρική»;

Αναγεννητική ιατρική ή εμπορική υπόσχεση; Τι λένε τα επιστημονικά δεδομένα για βλαστοκύτταρα, εξωσώματα και «θεραπείες»

Συνομιλία
Βοηθός Συνομιλία

MENTAL HEALTH INSIGHT

Η περιοδική σας ενημέρωση μέσω email με τα τελευταία νέα για την ψυχική υγεία, πρακτικές συμβουλές και τις ειδήσεις μας.

Δεν ήταν δυνατή η εγγραφή σας. Παρακαλούμε, δοκιμάστε ξανά.
Η εγγραφή σας ήταν επιτυχής.
Cure of Mind

Εγκαταστηστε ΣΑΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Για να λαμβάνετε ειδοποιήσεις, αποθηκεύστε μας σαν εφαρμογή:

  1. Πατήστε το εικονίδιο Share (τετράγωνο με βέλος).
  2. Επιλέξτε Προσθήκη στην Αρχική Οθόνη.