Υποχονδρίαση ονομάζεται ο επίμονος φόβος ότι κάποιος έχει ή θα πάθει σοβαρή ασθένεια, παρά τις φυσιολογικές εξετάσεις και τις διαβεβαιώσεις των γιατρών. Ο φόβος αυτός δεν είναι ιδιοτροπία. Ο άνθρωπος πιστεύει πραγματικά ότι κάτι δεν πάει καλά και υποφέρει καθημερινά, ακόμη κι όταν αναγνωρίζει λογικά ότι ίσως υπερβάλλει.
Ένας τυπικός άνθρωπος με αυτό το πρόβλημα νιώθει έναν παλμό στο στήθος και κάνει καρδιογράφημα, που βγαίνει φυσιολογικό. Ανακουφίζεται για δύο μέρες. Μετά προσέχει μια κηλίδα στο δέρμα και η ανησυχία ξεκινά ξανά, με νέο αντικείμενο. Το περιεχόμενο του φόβου αλλάζει, ενώ η ανησυχία παραμένει.
Πότε μιλάμε για υποχονδρίαση και πότε για φυσιολογική ανησυχία
Όλοι ανησυχούμε για την υγεία μας όταν υπάρχει πραγματικός λόγος, και αυτό είναι χρήσιμο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ανησυχία διαρκεί μήνες, δεν υποχωρεί με τα φυσιολογικά αποτελέσματα και επηρεάζει τη δουλειά, τον ύπνο ή τις σχέσεις. Τα διαγνωστικά κριτήρια ζητούν διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών, αν και το όριο αυτό είναι συμβατικό.
Στο DSM-5, το εγχειρίδιο διαγνώσεων της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (2013), ο όρος υποχονδρίαση καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από δύο διαγνώσεις. Όταν τα σωματικά συμπτώματα είναι ελάχιστα και κυριαρχεί η ανησυχία για την ασθένεια, μιλάμε για διαταραχή άγχους για την ασθένεια.
Όταν υπάρχουν έντονα σωματικά συμπτώματα, για παράδειγμα πόνος ή ζάλη, και η ανησυχία γι’ αυτά είναι δυσανάλογη, η διάγνωση είναι διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων. Ο όρος υποχονδρίαση εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στην καθημερινή γλώσσα και στην κλινική πράξη, γιατί περιγράφει αυτό που ο κόσμος αναγνωρίζει.
Στην πράξη τα όρια δεν είναι πάντα καθαρά. Οι Newby και συνεργάτες (2017) εξέτασαν πόσο επικαλύπτονται οι δύο νέες διαγνώσεις με την παλαιότερη υποχονδρίαση. Διαπίστωσαν ότι αρκετοί άνθρωποι με αυτά τα προβλήματα είχαν ταυτόχρονα κατάθλιψη ή άλλη αγχώδη διαταραχή. Γι’ αυτό η εκτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει και τη διάθεση του ανθρώπου, όχι μόνο τον φόβο για την ασθένεια.
Γιατί η καθησύχαση δεν αρκεί
Ο φόβος συντηρείται από όσα κάνει ο άνθρωπος για να ηρεμήσει. Εξετάζει το σώμα του, μετρά την πίεση, ψάχνει συμπτώματα στο διαδίκτυο, ρωτά συγγενείς ή επισκέπτεται έναν ακόμη γιατρό. Αρκετοί κάνουν το αντίθετο και αποφεύγουν κάθε επαφή με γιατρούς, επειδή φοβούνται τη διάγνωση. Και οι δύο τρόποι διατηρούν την πεποίθηση ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός.

Η καθησύχαση δίνει ανακούφιση για λίγες ώρες ή ημέρες. Επειδή η ανακούφιση έρχεται μετά τον έλεγχο, ο άνθρωπος μαθαίνει ότι ο έλεγχος είναι απαραίτητος, και την επόμενη φορά η ανάγκη του επανέρχεται πιο γρήγορα. Έτσι κάθε φυσιολογικό αποτέλεσμα πείθει λιγότερο από το προηγούμενο.
Η καθησύχαση φέρνει ανακούφιση για λίγο, αλλά αυξάνει την ανάγκη για την επόμενη καθησύχαση.
Σημασία έχει και η προσοχή. Όποιος παρακολουθεί συνεχώς το σώμα του αντιλαμβάνεται περισσότερο τους φυσιολογικούς παλμούς, τους ήχους του εντέρου ή τις μικρές μυϊκές συσπάσεις, και τους ερμηνεύει ως σημάδια ασθένειας. Το ίδιο το άγχος προκαλεί σωματικά συμπτώματα, ταχυπαλμία ή ζάλη για παράδειγμα, που φαίνονται να επιβεβαιώνουν τον φόβο.

Τα πρώτα πρακτικά βήματα είναι απλά. Βοηθά να υπάρχει ένας γιατρός αναφοράς, με προγραμματισμένα ραντεβού και όχι επισκέψεις σε κάθε έξαρση του φόβου. Βοηθά επίσης να μπει όριο στην αναζήτηση στο διαδίκτυο και να ζητηθεί από την οικογένεια να μην επαναλαμβάνει συνεχώς τη διαβεβαίωση, χωρίς να αντιμετωπίζεται ο φόβος ως υπερβολή ή ως ψέμα.
Θεραπεία με ψυχοθεραπεία και, όταν χρειάζεται, φάρμακα
Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία έχει τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα. Ο θεραπευτής βοηθά τον άνθρωπο να δει πώς οι ερμηνείες των σωματικών αισθήσεων γεννούν φόβο και πώς οι έλεγχοι τον διατηρούν. Σταδιακά μειώνονται οι έλεγχοι και η αναζήτηση καθησύχασης, ώστε να φανεί τι γίνεται με την ανησυχία όταν δεν ακολουθεί η συνηθισμένη πράξη.
Σε μετα-ανάλυση των Olatunji και συνεργατών (2014), η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την υποχονδρίαση και το άγχος για την υγεία είχε σαφές όφελος σε σύγκριση με τη λίστα αναμονής, και το όφελος διατηρήθηκε στις επανεκτιμήσεις που ακολούθησαν. Οι μελέτες που τη συνέκριναν με άλλες ενεργές θεραπείες ήταν λιγότερες, οπότε εκεί τα συμπεράσματα είναι πιο επιφυλακτικά.
Οι Tyrer και συνεργάτες (2014) εξέτασαν το ίδιο ερώτημα σε πραγματικές συνθήκες. Σε μια μελέτη με 444 ανθρώπους από ιατρικές κλινικές με άγχος για την υγεία, οι μισοί περίπου έλαβαν γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία και οι υπόλοιποι τη συνήθη φροντίδα. Στον ένα χρόνο η ανησυχία ήταν μικρότερη στην ομάδα της θεραπείας και η διαφορά φάνηκε να διατηρείται αργότερα, με μέτριο όμως μέγεθος.
Για τα φάρμακα, τα στοιχεία είναι πιο περιορισμένα. Σε μια μικρή ελεγχόμενη μελέτη των Fallon και συνεργατών (2008), η φλουοξετίνη, ένας αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης, φάνηκε να υπερέχει του εικονικού φαρμάκου, αλλά αρκετοί άνθρωποι βελτιώθηκαν και με το εικονικό. Λόγω του μικρού δείγματος, το εύρημα δεν αρκεί για γενικά συμπεράσματα.
Η συζήτηση για την επιλογή αντικαταθλιπτικού, σύμφωνα με το Psychiatric Times, υπενθυμίζει ότι τα δεδομένα των μελετών πρέπει να συνδυάζονται με τη γνώση του συγκεκριμένου ανθρώπου. Στην υποχονδρίαση αυτό έχει πρακτική σημασία. Όποιος φοβάται τις ασθένειες ερμηνεύει εύκολα μια παρενέργεια ως νέα νόσο. Η έναρξη με χαμηλή δόση και η προειδοποίηση για πιθανές αντιδράσεις βοηθούν να μη διακοπεί η αγωγή.
Αν η ανησυχία για την υγεία διαρκεί μήνες και κυριαρχεί στην καθημερινότητα, αξίζει να ζητηθεί αξιολόγηση από ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Οι ιατρικές εξετάσεις παραμένουν απαραίτητες όταν εμφανίζεται νέο σύμπτωμα. Η ψυχολογική αξιολόγηση δεν τις αντικαθιστά, απλώς προσθέτει ένα δεύτερο ερώτημα, για το πώς ο ίδιος ο φόβος επηρεάζει την καθημερινή ζωή.
Βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). American Psychiatric Publishing.
- Fallon, B. A., Petkova, E., Skritskaya, N., Sanchez-Lacay, A., Schneier, F., Vermes, D., Jusino, C., & Liebowitz, M. R. (2008). A double-masked, placebo-controlled study of fluoxetine for hypochondriasis. Journal of Clinical Psychopharmacology, 28(6), 638–645.
- Newby, J. M., Hobbs, M. J., Mahoney, A. E. J., Wong, S. K., & Andrews, G. (2017). DSM-5 illness anxiety disorder and somatic symptom disorder: Comorbidity, correlates, and overlap with DSM-IV hypochondriasis. Journal of Psychosomatic Research, 101, 31–37.
- Olatunji, B. O., Kauffman, B. Y., Meltzer, S., Davis, M. L., Smits, J. A. J., & Powers, M. B. (2014). Cognitive-behavioral therapy for hypochondriasis/health anxiety: A meta-analysis of treatment outcome and moderators. Behaviour Research and Therapy, 58, 65–74.
- Tyrer, P., Cooper, S., Salkovskis, P., Tyrer, H., Crawford, M., Byford, S., Dupont, S., Finnis, S., Green, J., McLure, F., Murphy, D., & Bhogal, A. (2014). Clinical and cost-effectiveness of cognitive behaviour therapy for health anxiety in medical patients: A multicentre randomised controlled trial. The Lancet, 383(9913), 219–225.




