Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχει ο άνθρωπος που ελέγχει δέκα φορές την κουζίνα πριν φύγει από το σπίτι, αλλά την ζει και ο σύντροφος που περιμένει στην πόρτα. Σύμφωνα με την ανασκόπηση των Abramowitz και συνεργατών (2009), αφορά περίπου το 1% έως 3% των ανθρώπων κάποια στιγμή στη ζωή τους και σπάνια μένει μέσα σε έναν μόνο άνθρωπο.
Τι συμβαίνει στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
Η διαταραχή έχει δύο μέρη. Οι ιδεοληψίες είναι σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις που επιστρέφουν παρά τη θέληση του ανθρώπου και προκαλούν έντονο άγχος, για παράδειγμα ο φόβος της μόλυνσης ή η βεβαιότητα ότι κάτι έμεινε ανοιχτό. Οι καταναγκασμοί είναι οι πράξεις ή οι νοερές τελετουργίες που γίνονται για να υποχωρήσει το άγχος, δηλαδή πλύσιμο, έλεγχος, μέτρημα ή επανάληψη μιας φράσης.
Η ανακούφιση που φέρνει το τελετουργικό διαρκεί λίγο. Ο άνθρωπος μαθαίνει ότι το άγχος υποχώρησε επειδή έκανε τον έλεγχο, και την επόμενη φορά η ανάγκη να τον επαναλάβει είναι ισχυρότερη. Γι’ αυτό δεν αρκεί η θέληση. Οι περισσότεροι άνθρωποι με τη διαταραχή αναγνωρίζουν ότι ο φόβος τους είναι υπερβολικός και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να σταματήσουν.
Ένα τελετουργικό που αφορά άμεσα τους άλλους είναι η αναζήτηση διαβεβαίωσης. «Είσαι σίγουρος ότι έκλεισα το φούρνο;» «Σου είπα ότι δεν άγγιξα τίποτα βρώμικο;» Η απάντηση ανακουφίζει για λίγα λεπτά και μετά η ερώτηση ξαναγυρνά. Έτσι τα μέλη της οικογένειας μπαίνουν, χωρίς να το θέλουν, μέσα στη διαταραχή.
Τι μεταδίδει η σιωπή στο σπίτι
Ο Harry Reis, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ, είπε ότι η σιωπηλή μεταχείριση δεν είναι πραγματικά σιωπηλή. Δεν υπάρχει ήχος, αλλά το μήνυμα είναι αναμφίβολο (Association for Psychological Science, χ.χ.). Η δήλωση αφορά τις σχέσεις γενικά. Αξίζει να δούμε τι σημαίνει όταν στο σπίτι υπάρχει ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Η σιωπή εμφανίζεται εύκολα σε αυτά τα σπίτια. Ο σύντροφος έχει απαντήσει είκοσι φορές στην ίδια ερώτηση και κάποια στιγμή σταματά να μιλά, γυρίζει αλλού ή βγαίνει από το δωμάτιο. Συνήθως το κάνει από εξάντληση. Ο άνθρωπος με τη διαταραχή όμως δεν διαβάζει εξάντληση. Διαβάζει ότι είναι βάρος για τον άλλον και ότι η σχέση κινδυνεύει.
Η έρευνα για τον κοινωνικό αποκλεισμό δείχνει προς ποια κατεύθυνση μπορούμε να σκεφτούμε. Στην ανασκόπησή του, ο Kipling Williams (2007) περιέγραψε ότι ο αποκλεισμός και η αγνόηση προκαλούν γρήγορα δυσφορία και πλήττουν την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει και να έχει αξία για τους άλλους. Έτσι η σιωπή λειτουργεί ως ισχυρό μήνυμα και όχι ως ουδέτερη παύση.
Οι μελέτες αυτές έγιναν κυρίως σε εργαστηριακές συνθήκες και στον γενικό πληθυσμό, όχι σε ανθρώπους με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Η σύνδεση που προτείνω είναι επομένως υπόθεση. Η ντροπή και η αίσθηση ότι ενοχλεί αυξάνουν το άγχος, και το άγχος ωθεί σε περισσότερα τελετουργικά. Απ’ όσο γνωρίζω, αυτή η σειρά γεγονότων δεν έχει μελετηθεί άμεσα.

Πώς μπορεί να απαντήσει η οικογένεια
Το αντίθετο της σιωπής δεν είναι η ατελείωτη απάντηση. Οι Lebowitz και συνεργάτες (2012) περιγράφουν ως οικογενειακή προσαρμογή κάθε συμμετοχή στα τελετουργικά, για παράδειγμα να δίνει κανείς διαβεβαίωση ξανά και ξανά ή να αλλάζει το πρόγραμμα του σπιτιού για να αποφεύγεται το άγχος. Είναι πολύ διαδεδομένη στις οικογένειες αυτές και γίνεται με καλή πρόθεση.
Σε μετα-ανάλυση των Wu και συνεργατών (2016), περισσότερη προσαρμογή συνδεόταν με βαρύτερα συμπτώματα. Αυτό είναι συσχέτιση. Μπορεί η προσαρμογή να διατηρεί τα συμπτώματα, μπορεί όμως και τα βαρύτερα συμπτώματα να οδηγούν τους δικούς του ανθρώπους σε περισσότερη προσαρμογή. Είναι πιθανό να ισχύουν και τα δύο.
Στην πράξη βοηθά ένα ήρεμο και καθαρό όριο, που ειπώνεται σε στιγμή χωρίς ένταση. Ο σύντροφος μπορεί να πει «Βλέπω ότι αγχώνεσαι και είμαι εδώ. Δεν θα απαντήσω ξανά σε αυτή την ερώτηση, γιατί η απάντηση δεν σε βοηθά». Το όριο διατυπώνεται με ζεστασιά και χωρίς θυμό, συμφωνείται καλύτερα μαζί με τον ίδιο τον άνθρωπο και αλλάζει σταδιακά, όχι απότομα.
Ένα ήρεμο και καθαρά διατυπωμένο όριο προστατεύει τη σχέση χωρίς να ενισχύει το τελετουργικό.
Όταν ο σύντροφος ή ο γονιός νιώθει ότι εξαντλείται, μπορεί να πει «Χρειάζομαι δέκα λεπτά και θα επανέλθω». Η φράση αυτή ορίζει πότε θα ξαναμιλήσουν, ενώ η σιωπηλή μεταχείριση αφήνει τον άλλον χωρίς καμία πληροφορία για το τι θα ακολουθήσει.
Αν η σιωπή έχει ήδη συμβεί, βοηθά να ειπωθεί ευθέως τι έγινε. Ο σύντροφος μπορεί να εξηγήσει ότι δεν σταμάτησε να μιλά επειδή δεν νοιάζεται, αλλά επειδή εξαντλήθηκε. Ο άνθρωπος με τη διαταραχή μπορεί να πει τι νιώθει όταν δεν παίρνει απάντηση. Η συζήτηση γίνεται καλύτερα όταν το άγχος έχει υποχωρήσει.
Η διαταραχή έχει αποτελεσματική θεραπεία. Σύμφωνα με τη μετα-ανάλυση των Öst και συνεργατών (2015), η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία με έκθεση και παρεμπόδιση της αντίδρασης μείωσε σημαντικά τα συμπτώματα. Στη θεραπεία αυτή ο άνθρωπος εκτίθεται σταδιακά σε ό,τι τον φοβίζει, χωρίς να κάνει το τελετουργικό που θα τον ανακούφιζε.
Στην τυχαιοποιημένη μελέτη των Foa και συνεργατών (2005), η έκθεση με παρεμπόδιση της αντίδρασης, μόνη ή μαζί με κλομιπραμίνη, ήταν καλύτερη από την κλομιπραμίνη μόνη της και από το εικονικό φάρμακο. Τα φάρμακα λαμβάνονται με ιατρική οδηγία και μπορούν να βοηθήσουν. Η συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπεία είναι ενίοτε χρήσιμη.
Το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη σιωπή και στην ατελείωτη απάντηση διαφέρει από σπίτι σε σπίτι. Συνήθως βρίσκεται με δοκιμές, με υπομονή και, όταν χρειάζεται, με τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας που γνωρίζει τη θεραπεία της διαταραχής.
Βιβλιογραφία
- Abramowitz, J. S., Taylor, S., & McKay, D. (2009). Obsessive-compulsive disorder. The Lancet, 374(9688), 491–499.
- Association for Psychological Science. (χ.χ.). The silent treatment can harm relationships. Here’s what to do instead. Association for Psychological Science.
- Foa, E. B., Liebowitz, M. R., Kozak, M. J., Davies, S., Campeas, R., Franklin, M. E., et al. (2005). Randomized, placebo-controlled trial of exposure and ritual prevention, clomipramine, and their combination in the treatment of obsessive-compulsive disorder. American Journal of Psychiatry, 162(1), 151–161.
- Lebowitz, E. R., Panza, K. E., Su, J., & Bloch, M. H. (2012). Family accommodation in obsessive-compulsive disorder. Expert Review of Neurotherapeutics, 12(2), 229–238.
- Öst, L.-G., Havnen, A., Hansen, B., & Kvale, G. (2015). Cognitive behavioral treatments of obsessive–compulsive disorder. A systematic review and meta-analysis of studies published 1993–2014. Clinical Psychology Review, 40, 156–169.
- Williams, K. D. (2007). Ostracism. Annual Review of Psychology, 58, 425–452.
- Wu, M. S., McGuire, J. F., Martino, C., Phares, V., Selles, R. R., & Storch, E. A. (2016). A meta-analysis of family accommodation and OCD symptom severity. Clinical Psychology Review, 45, 34–44.




