Η υποχονδρίαση ανήκει στις πιο παρεξηγημένες καταστάσεις της ψυχικής υγείας. Ο κόσμος τείνει να αντιμετωπίζει όποιον εκφράζει επανειλημμένες ανησυχίες για την υγεία του ως «υστερικό» ή «νευρωτικό», χωρίς να κατανοεί ότι πίσω από αυτές τις έγνοιες υπάρχει ένα πραγματικό, αναγνωρισμένο πρόβλημα που επιφέρει έντονη δυσφορία και μεγάλη λειτουργική έκπτωση.
Υποχονδρίαση — όταν η ανησυχία για την αρρώστια γίνεται ίδια η αρρώστια
Το DSM-5 αντικατέστησε τον παλαιότερο όρο «υποχονδρίαση» με δύο διαγνωστικές κατηγορίες: τη «διαταραχή άγχους ασθένειας» (illness anxiety disorder) και τη «διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων» (somatic symptom disorder). Ωστόσο, ο κοινός όρος «υποχονδρίαση» παραμένει ευρέως διαδεδομένος και αντιπροσωπεύει ένα κλινικό φαινόμενο που οι θεραπευτές συναντούμε καθημερινά στην κλινική πρακτική.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαταραχής είναι η επίμονη πεποίθηση ενός ανθρώπου ότι πάσχει από μία σοβαρή ασθένεια, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του ιατρού και τα αρνητικά αποτελέσματα εξετάσεων. Ο ασθενής δεν «παίζει θέατρο» – βιώνει πραγματικό, έντονο άγχος το οποίο κυριαρχεί στη σκέψη και στη συμπεριφορά του.
Ένα τυπικό παράδειγμα: ένας τριαντάχρονος άνδρας επισκέπτεται τον νευρολόγο για τρίτη φορά σε δύο εβδομάδες επειδή πιστεύει ότι ο πονοκέφαλος που αισθάνεται είναι όγκος εγκεφάλου. Η MRI εγκεφάλου (μαγνητική τομογραφία) δεν έδειξε τίποτα. Όμως η ανακούφιση από αυτή την πληροφορία διαρκεί μόνο λίγες μέρες, και το άγχος επιστρέφει – αυτή τη φορά για την καρδιά.
Το άγχος για την ασθένεια δεν εξαφανίζεται με μια αρνητική εξέταση· τροφοδοτείται από τον τρόπο που ο ασθενής ερμηνεύει τις σωματικές αισθήσεις του, και αυτό είναι το επίκεντρο της θεραπευτικής παρέμβασης.
Η επιδημιολογία της διαταραχής παρουσιάζει ενδιαφέρον. Έρευνες εκτιμούν ότι επηρεάζει το 1,3% έως 10% του γενικού πληθυσμού, ενώ στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας τα ποσοστά ανεβαίνουν σημαντικά (Scarella et al., 2016). Πρόκειται για ανθρώπους που δεν τους λείπει η λογική, αλλά η ικανότητα να ελέγξουν τον κύκλο της ανησυχίας.
Τι συμβαίνει στο μυαλό του ανθρώπου με υποχονδρίαση
Η γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση περιγράφει έναν συγκεκριμένο κύκλο: ο ασθενής αντιλαμβάνεται μια σωματική αίσθηση (π.χ. αίσθηση κόπωσης ή ταχυπαλμία), την ερμηνεύει ως ένδειξη σοβαρής νόσου, το άγχος που ακολουθεί αυξάνει τη σωματική διέγερση, και αυτή με τη σειρά της ενισχύει τα σωματικά συμπτώματα. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται.

Σημαντικό ρόλο παίζει η «αναζήτηση διαβεβαίωσης» (reassurance-seeking). Ο ασθενής ψάχνει στο διαδίκτυο συμπτώματα, επισκέπτεται ιατρούς επανειλημμένα, ζητά από το οικείο περιβάλλον να του επιβεβαιώσεις ότι «δεν πάσχει από κάτι». Μα κάθε φορά η ανακούφιση είναι προσωρινή, και η συμπεριφορά ενισχύεται (Warwick & Salkovskis, 1990).
Η νευροβιολογική βάση της διαταραχής αρχίζει να αποσαφηνίζεται. Μελέτες νευροαπεικόνισης έχουν δείξει αυξημένη δραστηριότητα στην αμυγδαλή και μειωμένη ρύθμιση από τον προμετωπιαίο φλοιό σε ασθενείς με υψηλό άγχος ασθένειας – εύρημα που θυμίζει έντονα τα νευροβιολογικά πρότυπα άλλων αγχωδών διαταραχών (van den Heuvel et al., 2005).

Η κλινική εμπειρία δείχνει επίσης συσχέτιση με τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία, ιδίως εκείνες που αφορούν ασθένειες σε μέλη της οικογένειας ή εμπειρίες εγκατάλειψης κατά τη διάρκεια νοσηλείας. Ένα παιδί που είδε τον γονιό του να αρρωσταίνει σοβαρά μπορεί να «μάθει» ότι η αρρώστια είναι πανταχού παρούσα και μη προβλέψιμη.
Η θεραπεία της υποχονδρίασης και ο ρόλος της ψυχοθεραπείας
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (ΓΣΘ) υποστηρίζεται από τα ισχυρότερα ερευνητικά δεδομένα ως προς την αποτελεσματικότητά της στην αντιμετώπιση της υποχονδρίασης. Η μεταανάλυση των Olatunji et al. (2014) κατέδειξε σημαντική μείωση του άγχους ασθένειας μετά από ΓΣΘ, με αποτελέσματα που διατηρούνται και στις παρακολουθήσεις 12 μηνών. Η θεραπεία εστιάζει στον εντοπισμό και στην αναδόμηση των παραμορφωμένων ερμηνειών για τα σωματικά συμπτώματα.
Σημαντικό στοιχείο της θεραπείας είναι η σταδιακή έκθεση: ο ασθενής καλείται να παραμείνει με την αβεβαιότητα χωρίς να καταφεύγει σε αναζήτηση διαβεβαίωσης. Αυτό είναι δύσκολο, αλλά είναι ακριβώς εκείνο που σπάει τον κύκλο. Με κάθε επιτυχημένη έκθεση, ο εγκέφαλος μαθαίνει ότι η αβεβαιότητα είναι ανεκτή.
Η φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά έχει επίσης αποδειχτεί αποτελεσματική. Μελέτες με παροξετίνη και φλουβοξαμίνη έδειξαν μείωση της έντασης του άγχους ασθένειας, ιδίως σε ανθρώπους με συνυπάρχουσα κατάθλιψη ή ιδεοψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά (Greeven et al., 2007). Η συνδυαστική θεραπεία – φαρμακευτική και ψυχοθεραπευτική – φαίνεται να δίνει τα καλύτερα μακροχρόνια αποτελέσματα.
Ένα ζήτημα που τονίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι η καθυστέρηση στη διάγνωση. Πολλοί ασθενείς με υποχονδρίαση περνούν χρόνια μέσα στο σύστημα υγείας προς αναζήτηση αποδείξεων για το υποτιθέμενο οργανικό νόσημα, υποβάλλονται σε πλήθος εξετάσεων και δεν παραπέμπονται ποτέ για ψυχολογική αξιολόγηση. Αυτό αντανακλά τόσο το στίγμα όσο και την έλλειψη εκπαίδευσης στον τομέα της ψυχοσωματικής ιατρικής. Μια μεγάλη αμερικανική έρευνα του SPAN προ διετίας, ανέδειξε παρόμοια κενά στη φροντίδα ψυχικών διαταραχών συνολικά. Παρά τις εξελίξεις στη θεραπεία, η πρόσβαση σε έγκαιρη και κατάλληλη βοήθεια παραμένει ανεπαρκής για πολλούς ασθενείς.
Αν κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή την περιγραφή, το πρώτο βήμα δεν είναι μια ακόμα ιατρική εξέταση. Είναι η επίσκεψη σε έναν ψυχίατρο ή ψυχολόγο που θα αξιολογήσει αν το άγχος για την υγεία έχει αποκτήσει ζωή δική του – ανεξάρτητα από την πραγματικότητα των σωματικών εκδηλώσεων.
Βιβλιογραφία
- Scarella, T. M., Boland, R. J., & Barsky, A. J. (2016). Illness anxiety disorder: Psychopathology, epidemiology, clinical characteristics, and treatment. Psychosomatic Medicine, 77(9), 907–918.
- Warwick, H. M. C., & Salkovskis, P. M. (1990). Hypochondriasis. Behaviour Research and Therapy, 28(2), 105–117.
- Olatunji, B. O., Kauffman, B. Y., Meltzer, S., et al. (2014). Cognitive-behavioral therapy for hypochondriasis/health anxiety: A meta-analysis of treatment outcome and moderators. Behaviour Research and Therapy, 58, 65–74.
- Greeven, A., van Balkom, A. J. L. M., Visser, S., et al. (2007). Cognitive behavior therapy and paroxetine in the treatment of hypochondriasis: A randomized controlled trial. American Journal of Psychiatry, 164(1), 91–99.
- van den Heuvel, O. A., Veltman, D. J., Groenewegen, H. J., et al. (2005). Disorder-specific neuroanatomical correlates of attentional bias in obsessive-compulsive disorder, panic disorder, and hypochondriasis. Archives of General Psychiatry, 62(8), 922–933.




