Πώς η ενδοοικογενειακή βία διαμορφώνει την ψυχική υγεία
Η ενδοοικογενειακή βία αναδιαμορφώνει την ψυχή, χωρίς να αφήνει εμφανή ίχνη. Τα θύματα μαθαίνουν να ζουν σε μια κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης, σαν να περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Κάθε κίνηση, κάθε λέξη, κάθε σιωπή γίνεται υπολογισμένη, για να αποφύγουν την επόμενη έκρηξη. Αυτή η χρόνια ένταση δεν είναι απλώς στρεσογόνος· αλλοιώνει τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τον κίνδυνο.
Σε μια μελέτη του 2018, ερευνητές διαπίστωσαν ότι γυναίκες που είχαν βιώσει ενδοοικογενειακή βία παρουσίαζαν αυξημένη δραστηριότητα στην αμυγδαλή, την περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τον φόβο (Fonzo et al., 2018). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εγκέφαλος «χαλάει», αλλά ότι προσαρμόζεται. Μαθαίνει να αναγνωρίζει απειλές πριν ακόμα αυτές εκδηλωθούν, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν πια. Η υπερεγρήγορση αυτή μπορεί να εξηγήσει γιατί πολλά θύματα δυσκολεύονται να χαλαρώσουν, ακόμα και σε ασφαλές περιβάλλον. Ο εγκέφαλος έχει εκπαιδευτεί να περιμένει το χειρότερο.
Αυτή η προσαρμογή δεν περιορίζεται στον φόβο. Πολλοί άνθρωποι που έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία αναπτύσσουν μια μορφή συναισθηματικής αποσύνδεσης, γνωστή ως διαχωριστική διαταραχή. Δεν πρόκειται για «αφηρημάδα» ή αδυναμία συγκέντρωσης. Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης: όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος, ο νους αποσυνδέεται από το σώμα, σαν να παρακολουθεί τα γεγονότα από μακριά. Αυτή η αποσύνδεση μπορεί να κρατήσει για χρόνια, ακόμα και όταν η βία έχει σταματήσει.

Τα ηρεμιστικά και η ψευδαίσθηση της λύσης
Σε πολλά θύματα ενδοοικογενειακής βίας, η χρόνια ένταση οδηγεί σε διαταραχές ύπνου, κρίσεις πανικού ή κατάθλιψη. Οι γιατροί ενίοτε συνταγογραφούν βενζοδιαζεπίνες – φάρμακα όπως η διαζεπάμη (Stedon) ή η αλπραζολάμη (Xanax) – για να ανακουφίσουν τα συμπτώματα. Αυτά τα φάρμακα δρουν γρήγορα, μειώνοντας το άγχος και προκαλώντας υπνηλία. Για κάποιον που ζει σε διαρκή φόβο, αυτή η ανακούφιση μπορεί να μοιάζει σαν σωτηρία.
Όμως, οι βενζοδιαζεπίνες δεν είναι αθώες. Η μακροχρόνια χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση, ακόμα και σε χαμηλές δόσεις (Salzman, 2020). Ο εγκέφαλος συνηθίζει στην τεχνητή ηρεμία και δυσκολεύεται να λειτουργήσει χωρίς αυτή. Για κάποιον που ήδη ζει σε ένα περιβάλλον βίας, η εξάρτηση από τα φάρμακα μπορεί να γίνει ένας ακόμα τρόπος ελέγχου. Ο θύτης δεν χρειάζεται πια να ασκεί φυσική βία. Αρκεί να απειλήσει ότι θα σταματήσει να προμηθεύει τα φάρμακα.

Σε μια κλινική περίπτωση, μια γυναίκα που είχε υποστεί χρόνια ψυχολογική βία από τον σύζυγό της, άρχισε να παίρνει αλπραζολάμη για κρίσεις πανικού. Αρχικά, το φάρμακο την βοηθούσε να κοιμηθεί. Με τον καιρό, όμως, ο σύζυγός της άρχισε να ελέγχει τις δόσεις, απειλώντας ότι θα την εγκατέλειπε αν «εξαρτιόταν» από τα χάπια. Η γυναίκα βρέθηκε παγιδευμένη: αν σταματούσε τα φάρμακα, θα κατέρρεε από το άγχος. Ενώ αν συνέχιζε, θα έδινε στον σύζυγό της έναν ακόμα τρόπο να την ελέγχει. Αυτή η διπλή παγίδα είναι συνηθισμένη σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.
Η σιωπή γύρω από την ενδοοικογενειακή βία είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης που συγχέεται με συμβιβασμό.
Πώς σπάει ο κύκλος της σιωπής
Η έξοδος από τον κύκλο της ενδοοικογενειακής βίας δεν είναι απλή υπόθεση. Δεν αρκεί η απόφαση να φύγει κάποιος. Ο φόβος, η ντροπή και η οικονομική εξάρτηση κρατούν τα θύματα παγιδευμένα. Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι που έχουν βιώσει χρόνια βία δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ότι αυτό που ζουν δεν είναι «φυσιολογικό». Έχουν μάθει να ερμηνεύουν την κακοποίηση ως μέρος της σχέσης και της ζωής, σαν κάτι που «απλώς συμβαίνει».
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει, αλλά όχι με τον τρόπο που πολλοί φαντάζονται. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία όπου ο θεραπευτής «διορθώνει» το θύμα. Πρόκειται για μια σταδιακή αναδόμηση της εμπιστοσύνης, πρώτα προς τον εαυτό, και μετά στους άλλους. Σε μια μελέτη του 2019, ερευνητές διαπίστωσαν ότι θεραπευτικές προσεγγίσεις που επικεντρώνονται στην ενδυνάμωση και την αυτονομία των θυμάτων είχαν καλύτερα αποτελέσματα από αυτές που επικεντρώνονταν μόνο στην επεξεργασία του τραύματος (Trevillion et al., 2019). Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία πρέπει να βοηθήσει έναν άνθρωπο να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του, όχι απλώς να μιλήσει για το παρελθόν.
Ένα άλλο σημαντικό βήμα είναι η αναγνώριση των μηχανισμών επιβίωσης που έχουν αναπτυχθεί και εγκατασταθεί. Η συναισθηματική αποσύνδεση, η υπερεγρήγορση, ακόμα και η εξάρτηση από τα ηρεμιστικά, είναι τρόποι με τους οποίους ο νους προστατεύεται. Όμως, όταν η βία σταματήσει, αυτοί οι μηχανισμοί μπορεί να γίνουν εμπόδια. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει την κατανόηση ότι αυτά τα «συμπτώματα» δεν είναι αδυναμίες, αλλά αποδείξεις ανθεκτικότητας. Και ότι η ανθεκτικότητα αυτή μπορεί να ανακατευθυνθεί προς την ανοικοδόμηση μιας ζωής χωρίς φόβο.
Βιβλιογραφία
- Fonzo, G. A., Huemer, J., Etkin, A., & O’Hara, R. (2018). Neural functional connectivity during exposure to trauma-related words in women with PTSD related to intimate partner violence. Psychoneuroendocrinology, 91, 128-136.
- Salzman, C. (2020). Benzodiazepine use, misuse, and dependence: A review. The American Journal of Geriatric Psychiatry, 28(7), 701-711.
- Trevillion, K., Hughes, B., Feder, G., & Howard, L. M. (2019). Disclosure of domestic violence in mental health settings: A qualitative meta-synthesis. BMC Psychiatry, 19(1), 1-14.




