Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας φέρνει στην πράξη τους κλινικούς μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα, ιδίως όταν ο ασθενής είναι έφηβος ή νέος ενήλικας. Η στιγμή που εξηγούμε ότι ο εγκέφαλός του λειτουργεί με μεγαλύτερη ευαισθησία στο συναίσθημα μπορεί να τον ανακουφίσει, όμως μπορεί επίσης να τον πείσει ότι δεν έχει πια κανέναν έλεγχο πάνω στις αντιδράσεις του. Το πού σταματά η εξήγηση και πού αρχίζει η δικαιολογία δεν είναι θεωρητικό ζήτημα, το συναντάμε σε κάθε θεραπευτική συνεδρία.
Ένα πρόσφατο άρθρο στο Psychiatric Times έθεσε ακριβώς αυτό το ζήτημα σε ευρύτερο πλαίσιο, δείχνοντας πώς η γλώσσα της νευροεπιστήμης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να απαλλάξει νέους ανθρώπους από την ευθύνη των πράξεών τους, με το επιχείρημα ότι ο εγκέφαλός τους δεν έχει ακόμη ωριμάσει (Psychiatric Times, n.d.).
Στην οριακή διαταραχή προσωπικότητας το ίδιο ερώτημα εμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση, γιατί εδώ η δυσκολία ρύθμισης του συναισθήματος δεν είναι παρενθετική, είναι ο πυρήνας της διαταραχής.
Για χρόνια οι κλινικοί απέφευγαν να θέσουν τη διάγνωση σε εφήβους, με το επιχείρημα ότι η προσωπικότητα δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Η στάση αυτή αλλάζει σταδιακά, καθώς τα δεδομένα δείχνουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση επιτρέπει παρέμβαση προτού τα πρότυπα αυτά εδραιωθούν σε έναν ενήλικο τρόπο ζωής.
Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας και η γλώσσα του εγκεφάλου
Η θεωρητική βάση που χρησιμοποιείται σήμερα περισσότερο στην κλινική πράξη προέρχεται από το βιοκοινωνικό μοντέλο της Marsha Linehan, όπως το ανέπτυξαν αργότερα οι Crowell, Beauchaine και Linehan (2009). Σύμφωνα με αυτό, κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με μεγαλύτερη συναισθηματική ευαισθησία, αντιδρούν πιο έντονα και χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επανέλθουν σε ηρεμία.
Όταν αυτή η ευαισθησία συναντά ένα περιβάλλον που ακυρώνει συστηματικά το συναίσθημα του παιδιού, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη οριακής διαταραχής προσωπικότητας.
Μελέτες απεικόνισης έχουν εντοπίσει σε ανθρώπους με οριακή διαταραχή προσωπικότητας αυξημένη αντίδραση της αμυγδαλής σε συναισθηματικά ερεθίσματα και μειωμένη συμμετοχή των περιοχών του προμετωπιαίου φλοιού που συνήθως αναστέλλουν την παρόρμηση (Schulze et al., 2016). Πρόκειται για ευρήματα σε επίπεδο ομάδας, όχι για μια εξέταση που μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.

Η διαφορά αυτή έχει σημασία, γιατί εύκολα μετατρέπεται σε βεβαιότητα που δεν δικαιολογείται.
Πότε η βιολογία εξηγεί και πότε απαλλάσσει
Στο πεδίο της παιδικής και εφηβικής δικαιοσύνης το επιχείρημα αυτό έχει και νομικές προεκτάσεις. Η ωρίμανση του προμετωπιαίου φλοιού μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής έχει χρησιμοποιηθεί σε δικαστήρια για να μετριάσει την ποινική ευθύνη ανηλίκων, με βάσιμα επιχειρήματα. Το ίδιο επιχείρημα, όταν μεταφέρεται άκριτα στο θεραπευτικό πλαίσιο, μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα απ’ ό,τι σκοπεύει.

Στο θεραπευτικό δωμάτιο η φράση «έτσι είναι φτιαγμένος ο εγκέφαλός μου» εμφανίζεται με δύο εντελώς διαφορετικά νοήματα. Άλλοτε λειτουργεί ανακουφιστικά, βοηθώντας τον νέο άνθρωπο να σταματήσει να βλέπει τον εαυτό του ως κακό ή ελαττωματικό. Άλλοτε όμως λειτουργεί ως τρόπος αποφυγής της δουλειάς που απαιτεί η αλλαγή, με την εξήγηση να παίρνει τη θέση της προσπάθειας.
Μια νεαρή γυναίκα περιέγραψε κάποτε σε συνεδρία ένα ξέσπασμα θυμού προς τη μητέρα της λέγοντας ότι δεν το επέλεξε, ότι ο εγκέφαλός της απλώς «έπαιξε πρώτα και σκέφτηκε μετά». Η παρατήρηση δεν ήταν λανθασμένη, όμως άφηνε απ’ έξω το ερώτημα τι θα έκανε την επόμενη φορά που θα ένιωθε την ίδια ένταση θυμού να αυξάνεται.
Η απάντηση που δίνω σε τέτοιες στιγμές δεν αρνείται τη νευροβιολογική πραγματικότητα. Της εξηγώ ότι το μυαλό της πράγματι στέλνει το σήμα του θυμού πιο γρήγορα και πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλους ανθρώπους, όμως ανάμεσα στο σήμα και στην πράξη υπάρχει πάντα ένα μικρό διάστημα, όσο λεπτό κι αν είναι, όπου μπορεί να ασκηθεί μια δεξιότητα.
Η κατανόηση της νευροβιολογίας μιας διαταραχής δεν καταργεί την ανάγκη να μάθει κανείς να σταματά έγκαιρα, εξηγεί μόνο γιατί αυτό το σταμάτημα του κοστίζει περισσότερο.
Ευθύνη, θεραπεία και η ωρίμανση της αυτορρύθμισης
Η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία, που παραμένει η πιο τεκμηριωμένη προσέγγιση για την οριακή διαταραχή προσωπικότητας, στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την ισορροπία. Επικυρώνει την εμπειρία του ανθρώπου, αναγνωρίζοντας ότι η δυσκολία του είναι πραγματική και όχι επιλογή, ταυτόχρονα όμως τον διδάσκει συγκεκριμένες δεξιότητες ανοχής στην ένταση και ρύθμισης του συναισθήματος, γιατί η αλλαγή παραμένει δική του δουλειά.
Οι συγκεκριμένες δεξιότητες, όπως η ανοχή στη δυσφορία ή η αντίθετη δράση απέναντι στο πρώτο συναισθηματικό αντανακλαστικό, δεν αναιρούν τη βιολογική προδιάθεση. Δίνουν όμως ένα εργαλείο που δεν εξαρτάται από το πόσο έντονο είναι το ερέθισμα, εξαρτάται από την εξάσκηση, και η εξάσκηση παραμένει ευθύνη του ανθρώπου που τη χρειάζεται.
Στην εφηβεία και στην πρώιμη ενηλικίωση ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε φάση ωρίμανσης, κάτι που οι Chanen και McCutcheon (2013) θεωρούν επιχείρημα υπέρ της έγκαιρης παρέμβασης και όχι υπέρ της αδράνειας. Ακριβώς επειδή τα κυκλώματα αυτορρύθμισης δεν έχουν παγιωθεί, η θεραπεία σε αυτή την ηλικία έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να αλλάξει την πορεία της διαταραχής.
Σε αρκετές οικογένειες εμφανίζονται δύο αντίθετες παγίδες. Η μία είναι να αντιμετωπίζουν κάθε έκρηξη ως κακή συμπεριφορά που πρέπει απλώς να τιμωρηθεί, αγνοώντας την πραγματική δυσκολία ρύθμισης. Η άλλη είναι να δικαιολογούν τα πάντα με τη διάγνωση, απαλλάσσοντας τον νέο άνθρωπο από κάθε προσδοκία αλλαγής. Καμία από τις δύο δεν τον βοηθά να μεγαλώσει.
Η ερώτηση δεν είναι αν ο εγκέφαλος επηρεάζει τη συμπεριφορά, γιατί προφανώς την επηρεάζει. Η ερώτηση είναι τι κάνει κανείς μετά τη γνώση αυτή, αν τη χρησιμοποιεί για να καταλάβει τον εαυτό του καλύτερα ή για να σταματήσει να τον αναζητά.
Βιβλιογραφία
- Crowell, S. E., Beauchaine, T. P., & Linehan, M. M. (2009). A biosocial developmental model of borderline personality: Elaborating and extending Linehan’s theory. Psychological Bulletin, 135(4), 495–510.
- Chanen, A. M., & McCutcheon, L. (2013). Prevention and early intervention for borderline personality disorder: Current status and recent evidence. The British Journal of Psychiatry, 202(s54), s24–s29.
- Schulze, L., Schmahl, C., & Niedtfeld, I. (2016). Neural correlates of disturbed emotion processing in borderline personality disorder: A multimodal meta-analysis. Biological Psychiatry, 79(2), 97–106.
- Psychiatric Times. (n.d.). Exploring a misuse of neuroscience: How biology has been used to remove responsibility in youth. Psychiatric Times.




