Η νεανική βία μπερδεύει, στις περισσότερες περιπτώσεις, και τους ίδιους τους εφήβους που την εκδηλώνουν. Ένας δεκαπεντάχρονος, σε πρώτη συνάντηση μαζί μου, κοίταξε το πάτωμα και είπε: «Δεν ξέρω γιατί τον χτύπησα. Κάτι μου ανέβηκε». Η αδυναμία του να εξηγήσει τι συνέβη δεν ήταν απόκρυψη· ήταν ακρίβεια. Δεν υπάρχει μία αιτία που να εξηγεί από μόνη της γιατί ένας νέος άνθρωπος φτάνει στη βία.
Η νεανική βία δεν έχει μία μόνο αιτία
Η ψυχολόγος Terrie Moffitt πρότεινε στη δεκαετία του 1990 μια διάκριση που παραμένει χρήσιμη μέχρι σήμερα. Υπάρχουν έφηβοι με βίαιη συμπεριφορά που ξεκινά πολύ πρόωρα, συνδέεται με νευροαναπτυξιακές δυσκολίες και τείνει να συνεχιστεί στην ενήλικη ζωή. Και υπάρχουν άλλοι, πολύ περισσότεροι, στους οποίους η βία εμφανίζεται μόνο στην εφηβεία και υποχωρεί μόνη της αργότερα (Moffitt, 1993).
Η δεύτερη ομάδα, που ονομάζεται στη βιβλιογραφία «περιορισμένη στην εφηβεία», σχετίζεται λιγότερο με σταθερά χαρακτηριστικά προσωπικότητας και περισσότερο με την ανάγκη του εφήβου να κερδίσει θέση μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων του. Η βία εδώ λειτουργεί σαν λανθασμένη λύση σε ένα πραγματικό πρόβλημα: πώς να γίνει κανείς ορατός, σεβαστός, αποδεκτός.

Η βία στην εφηβεία λειτουργεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως αποτυχημένη προσπάθεια να κερδίσει κανείς θέση, σεβασμό ή αίσθηση ελέγχου, όχι ως έκφραση σταθερής προσωπικότητας.
Ένας εγκέφαλος που αναπτύσσεται με άνιση ταχύτητα
Η νευροεπιστήμη προσφέρει εδώ μια εξήγηση που δεν δικαιολογεί τη βία, αλλά τη τοποθετεί σε πλαίσιο. Ο ψυχολόγος Laurence Steinberg περιέγραψε το «μοντέλο των δύο συστημάτων»: το σύστημα της αμοιβής και της συναισθηματικής αντίδρασης ωριμάζει πολύ πριν από το σύστημα του αυτοελέγχου, που εδρεύει κυρίως στον προμετωπιαίο φλοιό (Steinberg, 2008).
Αυτή η χρονική απόκλιση δημιουργεί ένα παράθυρο ευαλωτότητας που κορυφώνεται γύρω στα δεκαπέντε με δεκαέξι χρόνια. Ο έφηβος αντιδρά πιο έντονα σε προκλήσεις, σε απειλές γοήτρου, στην παρουσία συνομηλίκων, ενώ ο μηχανισμός που θα έπρεπε να τον φρενάρει λειτουργεί ακόμη ατελώς. Δεν πρόκειται για βλάβη, αλλά για φυσιολογική ασυμμετρία ανάπτυξης.

Αυτό εξηγεί γιατί η παρουσία της παρέας αλλάζει τόσο πολύ τη συμπεριφορά ενός εφήβου. Μόνος του, μπροστά σε μια σύγκρουση, μπορεί να κάνει πίσω. Ανάμεσα σε άλλους που περιμένουν κάτι από αυτόν, η ίδια σύγκρουση μπορεί να πάρει διαφορετική τροπή, όχι επειδή έγινε άλλος άνθρωπος, αλλά επειδή το πλαίσιο άλλαξε τους όρους.
Οικογένεια, κακοποίηση και τι πραγματικά προστατεύει
Η ερευνήτρια Cathy Spatz Widom μελέτησε ανθρώπους που είχαν υποστεί κακοποίηση ή παραμέληση στην παιδική ηλικία και διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο μεταγενέστερης εμπλοκής σε βία, σε σύγκριση με ανθρώπους χωρίς αντίστοιχο ιστορικό (Widom, 1989). Πρόκειται για συσχέτιση σε επίπεδο πληθυσμού, όχι για προφητεία για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Πολλοί που πέρασαν κακοποίηση δεν γίνονται ποτέ βίαιοι.
Ό,τι φαίνεται να μετράει περισσότερο δεν είναι μόνο το τραύμα καθαυτό, αλλά η ποιότητα των σχέσεων που ακολούθησαν. Μια μετα-ανάλυση των Farrington και Welsh (2003) σε προγράμματα πρόληψης που εστίαζαν στην οικογένεια, με γονική επίβλεψη σταθερή αλλά όχι τιμωρητική και σαφή όρια, βρήκε μείωση στην εγκληματική συμπεριφορά των παιδιών που συμμετείχαν.
Το σχολικό περιβάλλον παίζει ανάλογο ρόλο. Έφηβοι που αισθάνονται ότι κάποιος ενήλικας τους παρακολουθεί με ενδιαφέρον, χωρίς αυτό να γίνεται έλεγχος ή τιμωρία, εμφανίζουν λιγότερη βίαιη συμπεριφορά. Η αίσθηση ότι υπάρχεις για κάποιον, ότι κάποιος θα το προσέξει αν λείψεις, λειτουργεί ως φρένο πιο αποτελεσματικό από κάθε κανονισμό.
Στο θεραπευτικό δωμάτιο, ο δεκαπεντάχρονος που δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί χτύπησε δεν χρειαζόταν πρωτίστως ερμηνεία. Χρειαζόταν κάποιον να τον ρωτήσει τι συνέβαινε στη ζωή του τις τελευταίες εβδομάδες, ποιος τον είχε προσέξει τελευταία, τι νόμιζε ότι θα χάσει αν δεν αντιδρούσε έτσι. Οι απαντήσεις σε αυτά ήταν πιο χρήσιμες από οποιαδήποτε διάγνωση.
Βιβλιογραφία
- Moffitt, T. E. (1993). Adolescence-limited and life-course-persistent antisocial behavior: A developmental taxonomy. Psychological Review, 100(4), 674–701.
- Steinberg, L. (2008). A social neuroscience perspective on adolescent risk-taking. Developmental Review, 28(1), 78–106.
- Widom, C. S. (1989). The cycle of violence. Science, 244(4901), 160–166.
- Farrington, D. P., & Welsh, B. C. (2003). Family-based prevention of offending: A meta-analysis. Australian & New Zealand Journal of Criminology, 36(2), 127–151.




