Η γενετική διατροφικών διαταραχών βρισκόταν, μέχρι πρόσφατα, στο περιθώριο της επιστημονικής συζήτησης. Για δεκαετίες η ανορεξία και η ψυχαναγκαστική υπερφαγία περιγράφονταν σχεδόν αποκλειστικά ως ψυχολογικά ζητήματα, σαν να επρόκειτο για δύο εκδοχές του ίδιου εσωτερικού αγώνα με την τροφή και το σώμα. Μια νέα διεθνής μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την απλοποίηση, δείχνοντας ότι κάτω από την κοινή ετικέτα κρύβονται δύο αρκετά διαφορετικές βιολογικές ιστορίες.
Η έρευνα του Κέντρου Αριστείας για τις Διατροφικές Διαταραχές του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Mental Health και αποτελεί την πρώτη συστηματική σύγκριση των γενετικών προφίλ της ανορεξίας και της ψυχαναγκαστικής υπερφαγίας σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Οι ερευνητές ανέλυσαν το DNA δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων από διαφορετικές χώρες, αναζητώντας κοινά σημεία αλλά και σημεία διαφοροποίησης.
Η γενετική διατροφικών διαταραχών αποκαλύπτει δύο ξεχωριστά μονοπάτια
Το πρώτο εύρημα που ξεχωρίζει είναι ο εντοπισμός συγκεκριμένων περιοχών του γονιδιώματος που σχετίζονται με κάθε διαταραχή ξεχωριστά. Η ομάδα εντόπισε έξι γονιδιακές περιοχές συνδεδεμένες με την ψυχαναγκαστική υπερφαγία, μία από τις οποίες βρίσκεται κοντά στο γονίδιο FTO, γνωστό εδώ και χρόνια για τη σχέση του με την παχυσαρκία. Για την ανορεξία εντοπίστηκαν οκτώ διαφορετικές περιοχές.
Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι κάποιος γεννιέται προγραμματισμένος να αναπτύξει τη μία ή την άλλη διαταραχή. Οι γενετικές αυτές περιοχές αυξάνουν στατιστικά την πιθανότητα σε επίπεδο πληθυσμού, δεν καθορίζουν τη μοίρα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Ωστόσο, η ύπαρξη ξεχωριστών γενετικών υπογραφών δείχνει ότι μιλάμε για δύο διαφορετικές βιολογικές διαδρομές και όχι για δύο εκφάνσεις της ίδιας κατάστασης.

Η μελέτη εντόπισε επίσης κοινά γενετικά στοιχεία και με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη για όσους έχουν δει από κοντά πόσο συχνά συνυπάρχουν αυτές οι καταστάσεις στο ίδιο πρόσωπο. Το ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στις διαφοροποιήσεις: η ανορεξία εμφάνισε ισχυρότερη γενετική σύνδεση με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ενώ η ψυχαναγκαστική υπερφαγία συνδέθηκε περισσότερο με τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας.
Το σωματικό βάρος ως σημείο τομής
Το πιο ανατρεπτικό εύρημα αφορά τη σχέση των δύο διαταραχών με το σωματικό βάρος. Και οι δύο καταστάσεις εμφάνισαν ισχυρή γενετική σύνδεση με τον δείκτη μάζας σώματος, όμως προς αντίθετες κατευθύνσεις. Τα ίδια γονίδια που αυξάνουν την πιθανότητα υψηλότερου σωματικού βάρους φαίνεται να αυξάνουν και την πιθανότητα ψυχαναγκαστικής υπερφαγίας, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισης ανορεξίας.
Ακόμη κι αν και οι δύο αυτές καταστάσεις κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία διατροφικών διαταραχών, διαφέρουν σαφώς σε βιολογικό επίπεδο.
Το εύρημα αυτό δίνει σάρκα και οστά σε κάτι που πολλοί κλινικοί έχουμε παρατηρήσει εμπειρικά χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε πλήρως. Η ανορεξία δεν εμφανίζεται απλώς ως αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης για αδυνάτισμα, ούτε η ψυχαναγκαστική υπερφαγία αποτελεί απλώς έλλειψη αυτοελέγχου απέναντι στο φαγητό. Και οι δύο φαίνεται να έχουν ρίζες σε βιολογικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό και το βάρος του σώματος, πέρα από την ψυχολογική τους διάσταση.

Οι ερευνητές προτείνουν τον όρο μεταβολικο-ψυχιατρικές καταστάσεις για να περιγράψουν αυτή τη διπλή φύση, όπου ψυχιατρικοί και μεταβολικοί γενετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν, μερικές φορές προς αντίθετες κατευθύνσεις. Η διατύπωση αυτή αναγκάζει τον κλινικό να δει τον ασθενή του με άλλη ματιά, όχι μόνο ως πρόσωπο με δυσλειτουργική σχέση με το φαγητό αλλά και ως οργανισμό με συγκεκριμένη βιολογική προδιάθεση.
Τι σημαίνει αυτό για τη θεραπεία
Η κλινική πράξη έχει δείξει εδώ και καιρό ότι οι θεραπείες που λειτουργούν καλά στην ψυχαναγκαστική υπερφαγία δεν έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα στην ανορεξία, και το αντίστροφο. Η επιβεβαίωση ξεχωριστών γενετικών προφίλ προσφέρει μια πιθανή εξήγηση γιατί η λεγόμενη προσέγγιση ενιαίου μεγέθους αποτυγχάνει τόσο συχνά στην πράξη, ιδιαίτερα όταν οι κλινικοί προσπαθούν να εφαρμόσουν το ίδιο θεραπευτικό πρωτόκολλο σε ανθρώπους με ουσιαστικά διαφορετική βιολογία.
Έτσι μια ενιαία προσέγγιση για όλες τις διατροφικές διαταραχές δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική. Η κατανόηση της συγκεκριμένης βιολογίας κάθε διαταραχής θα μπορούσε μελλοντικά να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, ίσως ακόμη και σε φαρμακολογικές θεραπείες που λαμβάνουν υπόψη τη μεταβολική διάσταση της νόσου και όχι μόνο την ψυχολογική.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη αφορά συσχετίσεις σε επίπεδο πληθυσμού και όχι βεβαιότητες για το κάθε άτομο ξεχωριστά. Η γενετική προδιάθεση συνυπάρχει πάντα με περιβαλλοντικούς, οικογενειακούς και ψυχολογικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τελικά αν και πώς μια διαταραχή θα εκδηλωθεί. Κανένα γονίδιο δεν καθορίζει από μόνο του την πορεία μιας ζωής.
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει ήδη να επεκτείνει τη μελέτη και σε άλλες διατροφικές διαταραχές, όπως η αποφευκτική-περιοριστική διαταραχή πρόσληψης τροφής και η άτυπη ανορεξία, μέσω της πρωτοβουλίας Eating Disorders Genetics Initiative 2. Η προσπάθεια αυτή στηρίζεται στη συμμετοχή χιλιάδων εθελοντών σε όλο τον κόσμο, κάτι που δείχνει πόσο μεγάλη κλίμακα δεδομένων απαιτεί η αποσαφήνιση της βιολογίας πίσω από αυτές τις καταστάσεις.
Βιβλιογραφία
- Bulik, C. M., et al. (2026). Global genetic study uncovers distinct profiles in binge eating and anorexia nervosa. Nature Mental Health.
- Watson, H. J., Yilmaz, Z., Thornton, L. M., et al. (2019). Genome-wide association study identifies eight risk loci and implicates metabo-psychiatric origins for anorexia nervosa. Nature Genetics, 51(8), 1207–1214.
- UNC School of Medicine Newsroom. (2026, August 19). Global study including UNC researcher uncovers distinct genetic profiles in binge eating and anorexia nervosa. UNC Health News.




