Η κνίδωση είναι το σύμπτωμα που φέρνει αρκετούς ανθρώπους πρώτα στον δερματολόγο και ύστερα, όταν οι αλλεργιολογικές εξετάσεις βγαίνουν καθαρές, σε ένα ψυχιατρικό ιατρείο. Το δέρμα κοκκινίζει, φουσκώνει σε πλάκες, καίει, χωρίς να βρίσκεται τροφή, φάρμακο ή ουσία που να εξηγεί το φαινόμενο. Η ερώτηση που ακολουθεί είναι σχεδόν πάντα η ίδια: μήπως αυτό είναι νευρικό;
Η ερώτηση δεν είναι απλοϊκή. Η χρόνια αυθόρμητη κνίδωση, όπως ονομάζεται όταν τα συμπτώματα κρατούν πάνω από έξι εβδομάδες χωρίς αναγνωρίσιμο εξωτερικό ερέθισμα, εμπλέκει τα μαστοκύτταρα του δέρματος. Αυτά τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος απελευθερώνουν ισταμίνη, την ουσία που προκαλεί την κνησμώδη διόγκωση. Δεν λειτουργούν όμως απομονωμένα από το νευρικό σύστημα.
Η κνίδωση ως σημείο σύνδεσης εγκεφάλου, ανοσοποιητικού και δέρματος
Τα τελευταία χρόνια η έρευνα αντιμετωπίζει τη χρόνια κνίδωση λιγότερο ως αποκλειστικά δερματολογικό ζήτημα και περισσότερο ως αποτέλεσμα ενός δικτύου επικοινωνίας ανάμεσα στο νευρικό, το ανοσοποιητικό και το ενδοκρινικό σύστημα. Τα μαστοκύτταρα του δέρματος δέχονται σήματα από νευροπεπτίδια, ουσίες που απελευθερώνονται από νευρικές απολήξεις όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση έντονης ενεργοποίησης, όπως συμβαίνει στο άγχος.
Ο Theoharides και οι συνεργάτες του περιέγραψαν, σε ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Immunologic Research, τον τρόπο με τον οποίο το ψυχολογικό στρες ενεργοποιεί τα μαστοκύτταρα μέσω ουσιών όπως η κορτικοτροπίνη και η ουσία P. Αυτό δεν σημαίνει ότι το στρες προκαλεί την κνίδωση από μόνο του, αλλά ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ενισχυτικός παράγοντας σε έναν οργανισμό που ήδη έχει προδιάθεση.

Το δέρμα δεν αντιδρά σε κάτι που σκεφτόμαστε, αντιδρά σε κάτι που ο οργανισμός βιώνει ως απειλή, ανεξάρτητα από το αν αυτή η απειλή είναι ορατή ή όχι.
Μια μελέτη περίπτωσης-ελέγχου των Yang και συνεργατών, δημοσιευμένη στο Journal of the Formosan Medical Association, εξέτασε ανθρώπους με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση και διαπίστωσε υψηλότερα επίπεδα αναφερόμενου στρες και δυσκολιών ύπνου σε σύγκριση με ανθρώπους χωρίς το σύμπτωμα. Η σχέση αυτή είναι συσχέτιση, όχι απόδειξη αιτιότητας, αλλά αρκεί για να δείξει πόσο στενά συνδέονται τα δύο φαινόμενα στην κλινική εικόνα.
Τι δείχνουν οι κλινικές παρατηρήσεις για την ψυχική συννοσηρότητα
Στην καθημερινή κλινική πράξη, ο άνθρωπος που παρουσιάζει χρόνια κνίδωση αναφέρει σχεδόν πάντα μια περίοδο έντονης πίεσης πριν από την έναρξη ή την επιδείνωση των συμπτωμάτων. Δεν πρόκειται απαραίτητα για κάποιο μεγάλο τραυματικό γεγονός. Μπορεί να είναι μια παρατεταμένη κατάσταση εξάντλησης, μια σχέση που φθείρει, μια δουλειά που δεν αφήνει χώρο ανάσας.

Ο Konstantinou και οι συνεργάτες του, σε ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Clinical and Translational Allergy, κατέγραψαν αυξημένα ποσοστά αγχωδών διαταραχών και καταθλιπτικής συμπτωματολογίας σε ανθρώπους με χρόνια αυθόρμητη κνίδωση σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η σχέση φαίνεται να λειτουργεί προς τις δύο κατευθύνσεις: το άγχος επιδεινώνει την κνίδωση, και η ίδια η χρόνια κνίδωση, με τον κνησμό και την ορατή αλλοίωση του δέρματος, γεννά νέο άγχος.
Αυτό δημιουργεί έναν κύκλο που δυσκολεύεται να σπάσει με φάρμακα μόνο. Τα αντιισταμινικά μειώνουν το σύμπτωμα, αλλά όταν ο υποκείμενος μηχανισμός ενεργοποίησης παραμένει ενεργός, η υποτροπή είναι πολύ πιθανή. Οι δερματολόγοι το γνωρίζουν καλά όταν βλέπουν ανθρώπους να επιστρέφουν, μήνα με τον μήνα, με την ίδια εικόνα στο δέρμα.
Η θεραπευτική προσέγγιση όταν εμπλέκεται το ψυχικό στοιχείο
Η αναγνώριση του ψυχολογικού παράγοντα δεν σημαίνει ότι η κνίδωση είναι φανταστική ή ψυχογενής με την απλοϊκή έννοια του όρου. Σημαίνει ότι η θεραπεία χρειάζεται δύο άξονες παράλληλα: τη φαρμακολογική διαχείριση του συμπτώματος από τον δερματολόγο ή τον αλλεργιολόγο, και την αντιμετώπιση του άγχους ή της κατάθλιψης, όταν υπάρχουν, από ψυχίατρο ή ψυχοθεραπευτή.
Τεχνικές διαχείρισης του στρες, όπως η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία ή απλές παρεμβάσεις χαλάρωσης, έχουν δοκιμαστεί σε μικρές κλινικές μελέτες με ενθαρρυντικά αλλά όχι οριστικά αποτελέσματα ως προς τη μείωση της βαρύτητας των συμπτωμάτων. Το μέγεθος των δειγμάτων παραμένει μικρό, οπότε η εικόνα χρειάζεται μεγαλύτερες και πιο αυστηρά σχεδιασμένες μελέτες για να επιβεβαιωθεί με σαφήνεια.
Στην πράξη, αυτό που βοηθά περισσότερο είναι η ίδια η αναγνώριση της σύνδεσης. Όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι το δέρμα του αντιδρά σε κάτι πραγματικό, μια εσωτερική κατάσταση αντίδρασης, και όχι σε κάτι ανεξήγητο ή τυχαίο, το άγχος γύρω από το ίδιο το σύμπτωμα συνήθως μειώνεται. Και αυτό, από μόνο του, βοηθά το δέρμα να ησυχάσει λίγο.
Βιβλιογραφία
- Theoharides, T. C., Donelan, J., Kandere-Grzybowska, K., & Konstantinidou, A. (2005). The role of mast cells in mast cell function. Immunologic Research, 34(3), 261-268.
- Yang, H. Y., Sun, C. C., Wu, Y. C., & Wang, J. D. (2005). Stress, insomnia, and chronic idiopathic urticaria—a case-control study. Journal of the Formosan Medical Association, 104(4), 254-263.
- Konstantinou, G. N., & Konstantinou, G. N. (2019). Psychiatric comorbidities in chronic urticaria. Clinical and Translational Allergy, 9, 3.




