Το αλκοόλ εμφανίζεται στο ιστορικό αρκετών ενηλίκων με έναν τρόπο που ξαφνιάζει πρώτα τους ίδιους. Άνθρωποι σαράντα και πενήντα ετών περιγράφουν στο ιατρείο ότι πίνουν κάθε βράδυ όχι για να διασκεδάσουν αλλά για να σταματήσει επιτέλους ο θόρυβος στο μυαλό τους. Η σκέψη που πηδάει από το ένα θέμα στο άλλο, η δυσκολία να μείνουν ακίνητοι, μια ένταση που δεν εξηγείται από κάποιο συγκεκριμένο άγχος. Σε αρκετούς από αυτούς, αυτό που τελικά αποκαλύπτεται πίσω από τη συνήθεια δεν είναι απλώς μια κακή συνήθεια, αλλά μια Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας που κανείς δεν είχε διαγνώσει ποτέ.
Η ιδέα ότι η ΔΕΠΥ αφορά μόνο παιδιά που δεν κάθονται στο θρανίο έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό στην επιστημονική βιβλιογραφία, όχι όμως πάντα στην καθημερινή κλινική πράξη. Η Brooke Molina, πρόεδρος της Αμερικανικής Επαγγελματικής Εταιρείας για τη ΔΕΠΥ και τις Σχετικές Διαταραχές, γνωστή για τη μακρόχρονη έρευνά της πάνω στη σχέση ΔΕΠΥ και χρήσης ουσιών, έχει επισημάνει ότι λείπουν σαφείς κλινικές οδηγίες για τη διάγνωση και τη θεραπεία της ΔΕΠΥ στους ενήλικες. Το κενό αυτό δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια, έχει άμεσες συνέπειες στο πώς κάποιος καταλήγει να διαχειρίζεται μόνος του συμπτώματα που θα μπορούσαν να έχουν όνομα και θεραπεία.
Πώς το αλκοόλ γίνεται τρόπος αυτοθεραπείας
Ο ενήλικας με ανεπίγνωστη ΔΕΠΥ δεν σκέφτεται σε όρους ντοπαμίνης ή εκτελεστικών λειτουργιών. Ξέρει μόνο ότι κάτι μέσα του λειτουργεί σε διαφορετική ταχύτητα από τους γύρω του, και ότι το αλκοόλ, τα πρώτα δύο ποτήρια τουλάχιστον, φέρνει μια ανακούφιση που δεν βρίσκει αλλού. Η εσωτερική ανησυχία υποχωρεί, η σκέψη σταματά να πηδάει, το σώμα χαλαρώνει. Αυτή η στιγμιαία ρύθμιση εξηγεί γιατί τόσοι άνθρωποι με ΔΕΠΥ περιγράφουν το ποτό όχι ως απόλαυση αλλά ως ανάγκη.
Η κλινική βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει αυτή τη σύνδεση με αρκετή συνέπεια. Μια μετα-ανάλυση των van Emmerik-van Oortmerssen και συνεργατών (2012), που εξέτασε δεδομένα από χιλιάδες ανθρώπους σε προγράμματα θεραπείας εξαρτήσεων, βρήκε ότι περίπου ένας στους πέντε παρουσίαζε ΔΕΠΥ, ποσοστό πολύ υψηλότερο από όσο στον γενικό πληθυσμό. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι η ΔΕΠΥ προκαλεί από μόνη της την εξάρτηση, δείχνει όμως μια συσχέτιση αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί κατά την κλινική εκτίμηση.

Η μακρά πορεία από την παιδική ανησυχία στην ενήλικη κατάχρηση
Η ίδια η Molina, μαζί με τον William Pelham, παρακολούθησε για χρόνια παιδιά με διάγνωση ΔΕΠΥ μέσα από μια μεγάλη διαχρονική μελέτη και διαπίστωσε ότι όσα από αυτά εμφάνιζαν επιμονή στην παρορμητικότητα κατά την εφηβεία είχαν αυξημένο κίνδυνο για πρώιμη και εντονότερη χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών (Molina & Pelham, 2003). Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί με ΔΕΠΥ θα αναπτύξει πρόβλημα με το ποτό, δείχνει όμως μια πορεία επικινδυνότητας που ίσως προλαμβανόταν με έγκαιρη διάγνωση.
Στην ενήλικη ζωή αυτή η πορεία συνήθως δεν έχει καν φανεί καθαρά. Πολλοί ενήλικες μεγάλωσαν σε μια εποχή που η ΔΕΠΥ θεωρούνταν αποκλειστικά παιδική κατάσταση, πέρασαν το σχολείο χαρακτηριζόμενοι ανήσυχοι ή απρόσεκτοι, και έφτασαν στην ενηλικίωση χωρίς καμία εξήγηση για όσα ένιωθαν. Το αλκοόλ κάλυψε ένα κενό που κανείς δεν είχε ονομάσει, και σιγά σιγά έγινε μέρος της καθημερινότητάς τους χωρίς να αναγνωριστεί η αρχική του λειτουργία.

Η ΔΕΠΥ και η κατάχρηση αλκοόλ δεν είναι δύο ξεχωριστά προβλήματα που συμβαίνει να συνυπάρχουν, αλλά δύο όψεις της ίδιας δυσκολίας στη ρύθμιση της εσωτερικής έντασης.
Γιατί η απουσία οδηγιών επιβαρύνει το πρόβλημα
Η απουσία επίσημων κατευθυντήριων οδηγιών για τη διάγνωση της ενήλικης ΔΕΠΥ, ζήτημα που η Molina θέτει ξανά και ξανά ως προτεραιότητα για την επαγγελματική κοινότητα, σημαίνει ότι κάθε κλινικός εφαρμόζει τα δικά του κριτήρια, με αποτέλεσμα μεγάλες διαφορές στο πόσο εύκολα ή δύσκολα αναγνωρίζεται η κατάσταση. Το Ευρωπαϊκό Consensus Statement των Kooij και συνεργατών (2019) προσπάθησε να καλύψει μέρος αυτού του κενού, τονίζοντας ότι η αξιολόγηση ενηλίκων πρέπει συστηματικά να περιλαμβάνει έλεγχο για χρήση αλκοόλ και ουσιών.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αναζητήσει βοήθεια για το ποτό του και να μην ρωτηθεί ποτέ αν είχε δυσκολίες συγκέντρωσης από παιδί, ή αντίστροφα, να διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και να μην εξεταστεί ποτέ σοβαρά η σχέση του με το αλκοόλ. Οι δύο καταστάσεις τρέφουν η μία την άλλη: η ΔΕΠΥ δυσκολεύει την αυτορρύθμιση, το αλκοόλ την επιδεινώνει μακροπρόθεσμα παρότι ανακουφίζει βραχυπρόθεσμα, και ο κύκλος αυτός σπάνια σπάει χωρίς κάποιον να τον ονομάσει καθαρά.
Η θεραπευτική προσέγγιση που λαμβάνει σοβαρά υπόψη και τα δύο ζητήματα μαζί έχει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, καλύτερα αποτελέσματα από τη μεμονωμένη αντιμετώπιση του καθενός. Η φαρμακευτική ρύθμιση της ΔΕΠΥ, όταν γίνεται με προσοχή σε ανθρώπους με ιστορικό κατάχρησης ουσιών, μπορεί να μειώσει την ανάγκη για αυτοθεραπεία μέσω αλκοόλ, αν και η επιλογή του φαρμάκου και η παρακολούθηση απαιτούν ιδιαίτερη κλινική προσοχή.
Η Molina δεν ζητά απλώς περισσότερη έρευνα. Ζητά μια δομή που θα επιτρέπει σε κάθε κλινικό, ανεξάρτητα από την εξειδίκευσή του, να αναγνωρίζει έγκαιρα πότε η δυσκολία ενός ενήλικα με το αλκοόλ κρύβει από πίσω της μια ιστορία που ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, σε μια τάξη δημοτικού όπου κάποιος του έλεγε συνεχώς να καθίσει ήσυχος.
Βιβλιογραφία
- Kooij, J. J. S., Bijlenga, D., Salerno, L., et al. (2019). Updated European Consensus Statement on diagnosis and treatment of adult ADHD. European Psychiatry, 56, 14-34.
- Molina, B. S. G., & Pelham, W. E. (2003). Childhood predictors of adolescent substance use in a longitudinal study of children with ADHD. Journal of Abnormal Psychology, 112(3), 497-507.
- van Emmerik-van Oortmerssen, K., van de Glind, G., Koeter, M. W., et al. (2012). Prevalence of attention-deficit hyperactivity disorder in substance use disorder patients: A meta-analysis and meta-regression analysis. Drug and Alcohol Dependence, 122(1-2), 11-19.




