Διπολική διαταραχή είναι η διάγνωση που καταγράφεται στον φάκελο, όμως ο δρόμος μέχρι εκεί δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Εξαρτάται από το πώς μιλάει ο άνθρωπος απέναντι στον κλινικό για την ταραχή που νιώθει, από το τι θεωρείται φυσιολογικό στην οικογένειά του και στην κοινότητά του, και από τις προκαταλήψεις που κουβαλάει, ενίοτε χωρίς να το γνωρίζει, ο ίδιος ο γιατρός.
Η διπολική διαταραχή δεν μοιάζει το ίδιο σε όλους
Η μεγάλη διεθνής μελέτη των Merikangas και συνεργατών (2011), σε έντεκα χώρες, βρήκε ότι το φάσμα της διπολικής διαταραχής αφορά στο 2,4% του πληθυσμού, με σημαντικές διαφορές στον επιπολασμό και προπάντων στο ποσοστό των ανθρώπων που είχαν λάβει ποτέ κάποια θεραπεία. Σε αρκετές χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, λιγότεροι από τους μισούς είχαν έρθει σε επαφή με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Σε ορισμένες πολιτισμικές παραδόσεις η μανία περιγράφεται σαν πνευματική εμπειρία, ακόμα και ως ξεχωριστό χάρισμα, ενώ σε άλλες ερμηνεύεται αποκλειστικά ως σωματική νόσος. Πονοκέφαλοι, αϋπνία, εξάντληση έρχονται πρώτα στην αφήγηση, πριν καν αναφερθεί η διάθεση. Ο κλινικός που δεν αναγνωρίζει αυτή τη γλώσσα μπορεί εύκολα να χάσει τη διάγνωση ή να την καθυστερήσει για χρόνια.
Πότε η διάγνωση γίνεται πράξη ανισότητας
Η μελέτη των Neighbors και συνεργατών (2003) έδειξε κάτι ενοχλητικό. Όταν οι ίδιοι κλινικοί χρησιμοποιούσαν δομημένο διαγνωστικό εργαλείο, οι διαφορές στη διάγνωση ανάμεσα σε Αφροαμερικανούς και λευκούς ασθενείς σχεδόν εξαφανίζονταν. Όταν όμως στηρίζονταν στην κλινική τους κρίση, οι Αφροαμερικανοί ασθενείς με συμπτώματα διάθεσης έπαιρναν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό τη διάγνωση της σχιζοφρένειας αντί της διπολικής διαταραχής.


Η συνέπεια δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή. Μια εσφαλμένη διάγνωση σχιζοφρένειας οδηγεί σε θεραπευτικό σχέδιο στραμμένο κυρίως σε αντιψυχωσικά, χωρίς σταθεροποιητές της διάθεσης, και σε μια πρόγνωση που ο ίδιος ο άνθρωπος βιώνει ως πιο βαριά και πιο χρόνια απ’ όσο πραγματικά είναι η κατάστασή του.
Η ίδια διάγνωση, με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, μπορεί να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό ανάλογα με το ποιος κάθεται απέναντι από τον κλινικό και ποιος κάνει τη διάγνωση.
Το μάθημα της δημόσιας υγείας για την ψυχιατρική πράξη
Το εργαλείο που προτείνει το DSM-5, γνωστό ως Συνέντευξη Πολιτισμικής Διαμόρφωσης, δεν αποτελεί κάποια εξωτική προσθήκη στο εγχειρίδιο. Είναι μια σειρά ερωτήσεων που βοηθούν τον κλινικό να καταλάβει πώς ο ίδιος ο άνθρωπος ονομάζει αυτό που περνάει, ποιον θεωρεί υπεύθυνο για την κατάστασή του και σε ποιον είχε ήδη απευθυνθεί πριν φτάσει στο ιατρείο (Lewis-Fernández et al., 2016).


Η δημόσια υγεία μας έχει διδάξει, μέσα από δεκαετίες δουλειάς με κοινότητες που δεν εμπιστεύονται εύκολα το σύστημα υγείας, ότι η φροντίδα χτίζεται πριν από τη θεραπεία. Χρειάζεται κάποιος να έρθει πολύ κοντά στον άνθρωπο, να μιλήσει τη γλώσσα του, να αναγνωρίσει την ιστορική δυσπιστία, πριν καν συζητηθεί ένα σχήμα φαρμάκων ή ψυχοθεραπείας.
Η πολιτισμική ευαισθησία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι σχετικοποιούμε τη διάγνωση επ’ αόριστον. Υπάρχει και ο αντίστροφος κίνδυνος: μια πραγματική μανιακή περίοδος να αποδοθεί σε πολιτισμικό ιδίωμα και να καθυστερήσει η θεραπεία που θα μπορούσε να προλάβει μια κρίση. Η ισορροπία απαιτεί εξοικείωση με τα κλινικά κριτήρια παράλληλα με προσοχή στο πλαίσιο του ανθρώπου.
Ένας κλινικός που εργάζεται πολλά χρόνια μαθαίνει κάτι απλό, αν και δύσκολο στην εφαρμογή του: η καλύτερη διάγνωση δεν προκύπτει από ένα τσεκ λιστ κριτηρίων που εφαρμόζεται μηχανικά, αλλά από μια συνάντηση όπου ο άλλος αισθάνεται ότι μπορεί να περιγράψει την εμπειρία του με τα δικά του λόγια, χωρίς να τη μεταφράζει πρώτα σε κάτι που φαντάζεται πως ο γιατρός θέλει να ακούσει.




