Social media και ψυχική υγεία είναι δύο όροι που πλέον σχεδόν πάντα εμφανίζονται μαζί, σε συζητήσεις γονέων, εκπαιδευτικών, ακόμη και στο ιατρείο. Η ερώτηση που ακούω δεν είναι πια αν κάποιος χρησιμοποιεί τα social media, αλλά πόσο, πότε και με ποιον τρόπο αυτή η χρήση επηρεάζει τη διάθεση, τον ύπνο, την αυτοεικόνα.
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν οι τίτλοι που κατηγορούν ή αθωώνουν συλλήβδην τις πλατφόρμες. Η ερευνητική βιβλιογραφία των τελευταίων ετών δείχνει μια εικόνα με αποχρώσεις, όπου ο τρόπος χρήσης φαίνεται να μετράει περισσότερο από τον απόλυτο χρόνο μπροστά στην οθόνη.
Τι δείχνει η έρευνα για τα social media και την ψυχική υγεία
Μια από τις πιο συζητημένες μελέτες, των Orben και Przybylski (2019), ανέλυσε δεδομένα από τρεις μεγάλες βρετανικές και αμερικανικές έρευνες σε εφήβους. Βρήκαν ότι η στατιστική σχέση ανάμεσα στη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας και την ψυχολογική ευεξία είναι υπαρκτή, αλλά μικρή σε μέγεθος, συγκρίσιμη με τη σχέση ανάμεσα στην ευεξία και την κατανάλωση πατάτας.
Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι τα social media είναι αθώα. Σημαίνει ότι η επίδρασή τους διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, και ότι οι μέσοι όροι σε μεγάλους πληθυσμούς κρύβουν υποομάδες εφήβων που επηρεάζονται πολύ περισσότερο, ιδίως όσοι έχουν ήδη ευαλωτότητα σε άγχος ή χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Πιο πειστικά στοιχεία για αιτιώδη σχέση προσφέρει η μελέτη των Braghieri, Levy και Makarin (2022), οι οποίοι αξιοποίησαν τη σταδιακή εξάπλωση του Facebook στα αμερικανικά πανεπιστήμια τη δεκαετία του 2000 σαν φυσικό πείραμα. Διαπίστωσαν ότι η εισαγωγή της πλατφόρμας σε ένα πανεπιστήμιο συνοδευόταν από μέτρια αλλά μετρήσιμη επιδείνωση δεικτών ψυχικής υγείας, κυρίως καταθλιπτικών συμπτωμάτων, στους φοιτητές.

Ποιοι μηχανισμοί συνδέουν την οθόνη με τη διάθεση
Στο θεραπευτικό δωμάτιο, οι έφηβοι σπάνια μιλούν για «χρόνο οθόνης» σαν αφηρημένο μέγεθος. Μιλούν για τη σύγκριση με φωτογραφίες άλλων που φαίνονται πιο ευτυχισμένοι, πιο όμορφοι, πιο δημοφιλείς. Μιλούν για την αγωνία όταν μια ανάρτηση δεν μαζεύει αρκετά «like». Η κοινωνική σύγκριση φαίνεται να είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που εξηγούν γιατί η παθητική περιήγηση, δηλαδή το ατέλειωτο κύλισμα χωρίς αλληλεπίδραση, σχετίζεται περισσότερο με χαμηλή διάθεση από την ενεργή επικοινωνία με φίλους.
Ο ύπνος είναι ο άλλος κρίκος που εμφανίζεται σχεδόν πάντα στο ιστορικό. Η χρήση κινητού πριν τον ύπνο καθυστερεί την έναρξή του και μειώνει τη διάρκειά του, και η στέρηση ύπνου στην εφηβεία συνδέεται ανεξάρτητα με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης και άγχους. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος όπου η ίδια η συνήθεια τροφοδοτεί το πρόβλημα που υποτίθεται ότι βοηθά να ξεχάσουμε.
Ο τρόπος χρήσης των social media φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική υγεία από τον απόλυτο χρόνο που περνά κάποιος μπροστά στην οθόνη.
Τι δείχνουν οι παρεμβάσεις περιορισμού χρήσης
Οι Hunt και συνεργάτες (2018) πραγματοποίησαν ένα από τα πρώτα πειράματα με τυχαιοποίηση σε αυτό το πεδίο. Φοιτητές περιόρισαν τη χρήση Facebook, Instagram και Snapchat σε τριάντα λεπτά ημερησίως για τρεις εβδομάδες, ενώ μια ομάδα ελέγχου συνέχισε κανονικά. Η ομάδα περιορισμού εμφάνισε στατιστικά σημαντική μείωση σε συμπτώματα μοναξιάς και κατάθλιψης.

Το δείγμα ήταν μικρό, περίπου εκατόν σαράντα φοιτητές, και η παρακολούθηση σύντομη, οπότε τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευτούν άκριτα. Δείχνουν όμως κάτι κλινικά χρήσιμο, ότι η μείωση της χρήσης, όχι απαραίτητα η πλήρης αποχή, μπορεί να έχει μετρήσιμο όφελος μέσα σε λίγες εβδομάδες, κάτι που πολλοί γονείς ρωτούν αν αξίζει να δοκιμαστεί.
Παράλληλα, οι Twenge και συνεργάτες (2018) κατέγραψαν αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και των αυτοκτονικών συμπεριφορών σε εφήβους στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 2010, χρονικά συνδεδεμένη με την εξάπλωση των smartphones. Πρόκειται για συσχέτιση σε επίπεδο πληθυσμού, όχι για απόδειξη αιτιότητας, αφού την ίδια περίοδο άλλαξαν και πολλοί άλλοι κοινωνικοί παράγοντες.
Στην κλινική πράξη, αυτό που φαίνεται να προστατεύει περισσότερο δεν είναι η πλήρης απομάκρυνση από τα social media, αλλά η ενίσχυση της κριτικής σχέσης με αυτά, η συνειδητοποίηση πότε η χρήση γίνεται αυτόματη και μηχανική, και η διατήρηση σχέσεων εκτός οθόνης που δεν αντικαθίστανται εύκολα από ψηφιακή αλληλεπίδραση.
Ένας έφηβος που περιγράφει τον εαυτό του να «χάνεται» για ώρες σε μια εφαρμογή χωρίς να θυμάται τι ακριβώς είδε, σπάνια περιγράφει ικανοποίηση. Περιγράφει κάτι πιο κοντά σε ανακούφιση προσωρινή, ακολουθούμενη από μια ελαφριά αίσθηση κενού, και αυτή η αίσθηση αξίζει περισσότερη προσοχή από τον αριθμό των λεπτών στην οθόνη.
Βιβλιογραφία
- Braghieri, L., Levy, R., & Makarin, A. (2022). Social media and mental health. American Economic Review, 112(11), 3660-3693.
- Hunt, M. G., Marx, R., Lipson, C., & Young, J. (2018). No more FOMO: Limiting social media decreases loneliness and depression. Journal of Social and Clinical Psychology, 37(10), 751-768.
- Orben, A., & Przybylski, A. K. (2019). The association between adolescent well-being and digital technology use. Nature Human Behaviour, 3(2), 173-182.
- Twenge, J. M., Joiner, T. E., Rogers, M. L., & Martin, G. N. (2018). Increases in depressive symptoms, suicide-related outcomes, and suicide rates among U.S. adolescents after 2010. Clinical Psychological Science, 6(1), 3-17.




