Μια νέα θεραπευόμενη μού είπε πριν από λίγο καιρό ότι παρακολούθησε στην τηλεόραση μια συζήτηση όπου ένας πολιτικός δήλωνε, με περισπούδαστο ύφος αυτονόητης λογικής, ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα και τελεία. Δεν μου μίλησε για πολιτική εκείνη τη μέρα στο ιατρείο. Μίλησε για το πώς ένιωσε, καθισμένη στον καναπέ της, ότι η ίδια η ύπαρξή της τέθηκε ξαφνικά υπό διαπραγμάτευση σε μια τηλεοπτική εκπομπή.
Η προεκλογική περίοδος έχει τη δική της γλώσσα. Επιστρέφουν φράσεις που ακούγονται σαν κοινή λογική αλλά λειτουργούν κυρίως ως σήμα προς συγκεκριμένο ακροατήριο. Το ζήτημα του κοινωνικού φύλου έχει γίνει, τα τελευταία χρόνια, ένα από τα πιο βολικά πεδία για τέτοιες δηλώσεις, ακριβώς επειδή ακούγεται απλό σε όσους δεν έχουν λόγο να το σκεφτούν παραπάνω.
Τι είναι το κοινωνικό φύλο και γιατί δεν είναι το ίδιο με το βιολογικό
Η επιστήμη διακρίνει εδώ και δεκαετίες ανάμεσα στο βιολογικό φύλο, δηλαδή τα χρωμοσώματα, τα αναπαραγωγικά όργανα και τα ορμονικά χαρακτηριστικά, και στο κοινωνικό φύλο, δηλαδή την ταυτότητα, τους ρόλους και τις προσδοκίες που μια κοινωνία συνδέει με το ανήκειν σε ένα φύλο. Η βιολόγος Anne Fausto-Sterling (2000) είχε δείξει, μελετώντας ανθρώπους με διαφορές στη σεξουαλική ανάπτυξη, ότι ακόμα και το βιολογικό φύλο δεν κατανέμεται σε δύο εντελώς καθαρές κατηγορίες όπως θέλαμε να πιστεύουμε.
Το κοινωνικό φύλο δεν αναιρεί το βιολογικό. Το συμπληρώνει, εξηγώντας γιατί δύο άνθρωποι με παρόμοια ανατομία μπορεί να βιώσουν εντελώς διαφορετική σχέση με το σώμα τους και με τον τρόπο που τους αντιμετωπίζει ο κόσμος γύρω τους. Ένας έφηβος που γεννήθηκε βιολογικά αγόρι αλλά αισθάνεται και ζει ως κορίτσι δεν επιλέγει μια μόδα, βιώνει κάτι που η ψυχιατρική πλέον αναγνωρίζει ως ασυμφωνία ανάμεσα στο σώμα και την ταυτότητα.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αφαίρεσε το 2019, με το ICD-11, τη διαφυλικότητα από τον κατάλογο των ψυχικών διαταραχών, μεταφέροντάς την σε κατηγορία που αφορά τη σεξουαλική υγεία. Η αλλαγή αυτή δεν έγινε από ιδεολογική ευγένεια. Προέκυψε από δεκαετίες κλινικών δεδομένων που έδειχναν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ταυτότητα του ανθρώπου, αλλά στο άγχος και το στίγμα που τη συνοδεύουν.
Η πολιτική απλοποίηση και το κλινικό της τίμημα
Όταν ένας πολιτικός λέει ότι τα φύλα είναι μόνο δύο, δεν διατυπώνει επιστημονική θέση. Επιλέγει μια απλοποίηση που αγνοεί συνειδητά την ιατρική και βιολογική βιβλιογραφία, επειδή η απλοποίηση αυτή έχει εκλογική αξία. Το πρόβλημα είναι ότι η φράση δεν μένει στα στούντιο των τηλεοπτικών παραθύρων. Καταλήγει στο σχολικό προαύλιο, στο τραπέζι του Χριστουγεννιάτικου δείπνου, στο δωμάτιο ενός εφήβου που προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι.

Στο ιατρείο βλέπω το αποτύπωμα αυτής της ρητορικής όχι ως αφηρημένη πολιτική συζήτηση, αλλά ως συγκεκριμένο κλινικό υλικό. Ένας νέος άνθρωπος που ακούει σε δημόσιο λόγο ότι η εμπειρία του δεν είναι έγκυρη, ή ότι αποτελεί ιδεολογική κατασκευή, δεν αμφισβητεί απλώς μια πολιτική άποψη. Αμφισβητεί τη νομιμότητα της δικής του πραγματικότητας.
Η ταυτότητα ενός ανθρώπου δεν γίνεται πιο αληθινή ή λιγότερο αληθινή ανάλογα με το ποιος κερδίζει τις εκλογές.
Το άγχος της μειονότητας δεν είναι σχήμα λόγου
Ο ψυχολόγος Ilan Meyer (2003) περιέγραψε πριν από περισσότερο από είκοσι χρόνια το μοντέλο του άγχους της μειονότητας, δείχνοντας ότι οι άνθρωποι που ανήκουν σε στιγματισμένες ομάδες ζουν κάτω από ένα πρόσθετο στρώμα χρόνιου στρες, πέρα από τις συνηθισμένες δυσκολίες της ζωής. Αυτό το στρες δεν προέρχεται από την ταυτότητά τους, αλλά από τον τρόπο που η κοινωνία τη μεταχειρίζεται.

Η έρευνα αυτή αφορά πληθυσμιακά δεδομένα και δεν σημαίνει ότι κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος θα αναπτύξει κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή επειδή άκουσε μια δήλωση στην τηλεόραση. Σημαίνει όμως ότι η συσσώρευση τέτοιων μηνυμάτων, μέρα με τη μέρα, λειτουργεί ως παράγοντας κινδύνου, με τρόπο μετρήσιμο και όχι απλώς συναισθηματικό.
Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (2015), στις κατευθυντήριες οδηγίες της για την κλινική πρακτική με τρανς και μη συμβατικούς ως προς το φύλο ανθρώπους, σημειώνει ότι το κλινικό ζητούμενο δεν είναι η διόρθωση της ταυτότητας, αλλά η μείωση του κοινωνικού στίγματος που τη συνοδεύει. Η κατεύθυνση αυτή δεν προέκυψε από πολιτική σκοπιμότητα, αλλά από δεκαετίες παρατήρησης του τι πραγματικά βοηθά τους ανθρώπους να ζήσουν με λιγότερο πόνο.
Η θεραπευόμενη που ανέφερα στην αρχή δεν χρειαζόταν από εμένα μια πολιτική τοποθέτηση. Χρειαζόταν κάποιον να της πει, με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές, ότι αυτό που ζει έχει όνομα στην επιστημονική βιβλιογραφία, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση θα προκύψει από την επόμενη κάλπη.
Βιβλιογραφία
- American Psychological Association. (2015). Guidelines for psychological practice with transgender and gender nonconforming people. American Psychologist, 70(9), 832-864.
- Fausto-Sterling, A. (2000). Sexing the body: Gender politics and the construction of sexuality. Basic Books.
- Meyer, I. H. (2003). Prejudice, social stress, and mental health in lesbian, gay, and bisexual populations: Conceptual issues and research evidence. Psychological Bulletin, 129(5), 674-697.
- World Health Organization. (2019). International Classification of Diseases, 11th Revision (ICD-11).




