Η αϋπνία διαγιγνώσκεται όταν κάποιος δυσκολεύεται να κοιμηθεί, ξυπνά μέσα στη νύχτα ή ξυπνά νωρίτερα απ’ όσο θέλει, τουλάχιστον τρεις νύχτες την εβδομάδα για τρεις μήνες, και η μέρα του επηρεάζεται. Αυτά είναι τα κριτήρια των διεθνών ταξινομήσεων. Στην πράξη, όμως, ο κακός ύπνος ενοχλεί τους ανθρώπους πολύ νωρίτερα.
Τον τελευταίο καιρό η συζήτηση για τον ύπνο έχει στραφεί και σε ένα άλλο ζήτημα, αν δηλαδή η χρόνια έλλειψη ύπνου συνδέεται με την άνοια. Αφορμή στάθηκε μια ανακοίνωση για ένα μαθηματικό μοντέλο της νόσου Αλτσχάιμερ, που εξετάζει πώς ο χαλκός και ο ψευδάργυρος επηρεάζουν τη συσσώρευση πρωτεϊνών στον εγκέφαλο.
Αϋπνία και νόσος Αλτσχάιμερ, τι γνωρίζουμε
Το μοντέλο αυτό είναι θεωρητικό. Περιγράφει με εξισώσεις πώς τα δύο μέταλλα μπορεί να επηρεάζουν τη συγκέντρωση των πρωτεϊνών που σχετίζονται με τη νόσο και δοκιμάζει πιθανούς τρόπους να διακοπεί η διαδικασία. Δεν αποδεικνύει κάτι για ανθρώπους και δεν αφορά τον ύπνο. Δείχνει πάντως ότι η συσσώρευση αυτών των πρωτεϊνών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Ο ύπνος είναι ένας από αυτούς. Σε πειράματα με ποντίκια, οι Xie και συνεργάτες (2013) βρήκαν ότι κατά τον ύπνο ο χώρος ανάμεσα στα εγκεφαλικά κύτταρα διευρύνεται και οι άχρηστες ουσίες, μεταξύ αυτών και το β-αμυλοειδές, απομακρύνονται πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι στην εγρήγορση.
Στους ανθρώπους, οι Shokri-Kojori και συνεργάτες (2018) μέτρησαν με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων είκοσι υγιείς ενήλικες, μία φορά μετά από κανονικό ύπνο και μία φορά μετά από μια νύχτα χωρίς ύπνο. Μετά την άγρυπνη νύχτα, το β-αμυλοειδές ήταν αυξημένο σε περιοχές όπως ο θάλαμος και ο ιππόκαμπος. Η μελέτη ήταν μικρή και κάλυψε μόνο μία νύχτα.
Η μετα-ανάλυση των Shi και συνεργατών (2018) συγκέντρωσε μελέτες παρακολούθησης και βρήκε ότι οι διαταραχές του ύπνου, μεταξύ αυτών και η αϋπνία, συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας. Πρόκειται για συσχέτιση. Η άνοια ξεκινά πολλά χρόνια πριν διαγνωστεί και μπορεί η ίδια να διαταράσσει τον ύπνο, οπότε η σειρά των γεγονότων δεν ξεκαθαρίζει εύκολα.
Ο κακός ύπνος μπορεί να προηγείται της άνοιας, να την ακολουθεί ή και τα δύο. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο από τα τρία ισχύει σε κάθε άνθρωπο.
Γι’ αυτό ένας άνθρωπος με αϋπνία δεν χρειάζεται να φοβάται ότι θα πάθει άνοια. Τα δεδομένα αφορούν ομάδες ανθρώπων και δεν προβλέπουν τι θα συμβεί σε κάποιον συγκεκριμένο. Ο φόβος μάλιστα επιδεινώνει τον ύπνο. Η αϋπνία έχει εξάλλου αρκετούς λόγους να αντιμετωπιστεί από μόνη της, γιατί επιβαρύνει τη διάθεση, τη συγκέντρωση και την καθημερινή λειτουργικότητα.
Πώς εγκαθίσταται η αϋπνία και γιατί επιμένει
Η αϋπνία ξεκινά συνήθως με ένα γεγονός, όπως μια απώλεια, μια αλλαγή δουλειάς ή μια περίοδος έντονου άγχους. Σε αρκετούς ανθρώπους ο ύπνος επανέρχεται όταν το γεγονός περάσει. Σε άλλους μένει διαταραγμένος, επειδή στο μεταξύ έχουν αναπτυχθεί συνήθειες και σκέψεις που τον συντηρούν.

Ένας τυπικός άνθρωπος με αϋπνία ξαπλώνει νωρίς για να προλάβει να ξεκουραστεί. Κοιτάζει το ρολόι στις τρεις τα ξημερώματα και υπολογίζει πόσες ώρες του μένουν. Όσο περισσότερο υπολογίζει, τόσο πιο ξύπνιος νιώθει. Σταδιακά το κρεβάτι συνδέεται με την αγωνία και όχι με τον ύπνο.
Την κατάσταση συντηρούν και οι ίδιες οι λύσεις που δοκιμάζονται. Ο καφές το απόγευμα για να αντέξει η μέρα, το αλκοόλ το βράδυ για να κοιμηθεί, η μακρά παραμονή στο κρεβάτι το πρωί για να αναπληρωθεί ο χαμένος ύπνος. Το αλκοόλ βοηθά να αποκοιμηθεί κανείς, αλλά διασπά τον ύπνο στη δεύτερη μισή της νύχτας.
Η αϋπνία συνυπάρχει επίσης με άλλες καταστάσεις, όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, ο χρόνιος πόνος, η άπνοια ύπνου και ορισμένα φάρμακα. Η άπνοια υποψιάζεται όταν υπάρχει δυνατό ροχαλητό, διακοπές της αναπνοής ή πρωινός πονοκέφαλος, και χρειάζεται ξεχωριστή εξέταση. Η ύπαρξη τέτοιων προβλημάτων αλλάζει τη θεραπεία, γι’ αυτό αξίζει να ελέγχονται.
Η αντιμετώπιση της αϋπνίας στην πράξη
Η κατευθυντήρια οδηγία του Αμερικανικού Κολλεγίου Ιατρών (Qaseem et al., 2016) και η Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Αϋπνία (Riemann et al., 2023) συμφωνούν ότι πρώτη επιλογή είναι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία. Πρόκειται για πρόγραμμα λίγων εβδομάδων που στοχεύει τις συνήθειες και τις σκέψεις γύρω από τον ύπνο και δεν περιλαμβάνει φάρμακα.

Βασικό στοιχείο είναι η σταθερή ώρα ξυπνήματος κάθε μέρα, ακόμη και μετά από κακή νύχτα. Ο χρόνος στο κρεβάτι περιορίζεται προσωρινά στις ώρες που ο άνθρωπος κοιμάται πράγματι και αυξάνεται σταδιακά. Αν περάσουν περίπου είκοσι λεπτά χωρίς ύπνο, είναι προτιμότερο να σηκωθεί και να επιστρέψει μόνο όταν νυστάξει. Το ρολόι απομακρύνεται από το κρεβάτι.
Ο περιορισμός του χρόνου στο κρεβάτι προκαλεί στην αρχή περισσότερη υπνηλία, γι’ αυτό καλό είναι να γίνεται με καθοδήγηση ειδικού, ιδίως για όσους οδηγούν ή εργάζονται με βάρδιες. Συνιστώνται επίσης η σωματική δραστηριότητα, το φως της ημέρας το πρωί, η αποφυγή καφεΐνης μετά το μεσημέρι και ένα ήσυχο διάστημα πριν από τον ύπνο χωρίς οθόνες και εργασία.
Τα υπνωτικά χάπια έχουν θέση, αλλά περιορισμένη. Η ευρωπαϊκή οδηγία επιτρέπει τις βενζοδιαζεπίνες και τα συγγενή τους φάρμακα μόνο για λίγο, έως τέσσερις εβδομάδες, λόγω του κινδύνου εξάρτησης. Στους ηλικιωμένους απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων και σύγχυσης. Η αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα χωρίς τον γιατρό.
Αξίζει να ζητηθεί βοήθεια όταν ο κακός ύπνος κρατά πάνω από ένα μήνα, όταν επηρεάζει την εργασία ή τη διάθεση, ή όταν συνοδεύεται από ροχαλητό με διακοπές της αναπνοής ή από σκέψεις απελπισίας. Βοηθά να κρατηθεί για δύο εβδομάδες ημερολόγιο ύπνου, με τις ώρες που ο άνθρωπος πάει για ύπνο και ξυπνά, τις αφυπνίσεις, την καφεΐνη και το αλκοόλ.
Για την άνοια, το αν η θεραπεία της αϋπνίας μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο παραμένει ανοιχτό. Μελέτες το εξετάζουν και δεν έχουν δώσει ακόμη οριστική απάντηση. Μέχρι τότε, η θεραπεία της αϋπνίας δικαιολογείται από όσα προσφέρει σήμερα σε όποιον δεν κοιμάται, ανεξάρτητα από το τι θα δείξουν τα μαθηματικά μοντέλα και οι τομογραφίες για τον εγκέφαλό του.
Βιβλιογραφία
- Qaseem, A., Kansagara, D., Forciea, M. A., Cooke, M., & Denberg, T. D. (2016). Management of chronic insomnia disorder in adults: A clinical practice guideline from the American College of Physicians. Annals of Internal Medicine, 165(2), 125-133.
- Riemann, D., Espie, C. A., Altena, E., et al. (2023). The European Insomnia Guideline: An update on the diagnosis and treatment of insomnia 2023. Journal of Sleep Research, 32(6), e14035.
- Shi, L., Chen, S.-J., Ma, M.-Y., Bao, Y.-P., Han, Y., Wang, Y.-M., Shi, J., Vitiello, M. V., & Lu, L. (2018). Sleep disturbances increase the risk of dementia: A systematic review and meta-analysis. Sleep Medicine Reviews, 40, 4-16.
- Shokri-Kojori, E., Wang, G.-J., Wiers, C. E., et al. (2018). β-Amyloid accumulation in the human brain after one night of sleep deprivation. Proceedings of the National Academy of Sciences, 115(17), 4483-4488.
- Xie, L., Kang, H., Xu, Q., et al. (2013). Sleep drives metabolite clearance from the adult brain. Science, 342(6156), 373-377.




