Τι είναι η ΔΕΠΥ στα παιδιά και πώς γίνεται η διάγνωση
ΔΕΠΥ στα παιδιά είναι η συντομογραφία της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, μιας νευροαναπτυξιακής κατάστασης. Αυτό σημαίνει ότι οι δυσκολίες σχετίζονται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος αναπτύσσεται και λειτουργεί από τα πρώτα χρόνια. Η ΔΕΠΥ έχει σημαντική κληρονομική βάση και δεν οφείλεται σε τεμπελιά, κακομαθημένη συμπεριφορά ή λάθη στην ανατροφή.
Τα συμπτώματα χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η πρώτη είναι η απροσεξία. Το παιδί χάνει τα πράγματά του, αφήνει τις εργασίες στη μέση, ξεχνά τις οδηγίες και φαίνεται να μην ακούει όταν του μιλούν.
Η δεύτερη ομάδα είναι η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα. Το παιδί κουνιέται συνεχώς, διακόπτει τους άλλους και δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του. Μπορεί να υπάρχει η μία ομάδα συμπτωμάτων, η άλλη ή και οι δύο μαζί.
Οι Wolraich και συνεργάτες (2019), στις οδηγίες της Αμερικανικής Παιδιατρικής Ακαδημίας, περιγράφουν τα κριτήρια της διάγνωσης. Τα συμπτώματα πρέπει να διαρκούν τουλάχιστον έξι μήνες, να έχουν ξεκινήσει πριν από τα 12 έτη και να εμφανίζονται σε δύο τουλάχιστον περιβάλλοντα, όπως το σπίτι και το σχολείο. Πρέπει επίσης να επηρεάζουν ουσιαστικά τη λειτουργία του παιδιού.
Σε μια συστηματική ανασκόπηση, οι Polanczyk και συνεργάτες (2007) συγκέντρωσαν δεκάδες μελέτες από όλο τον κόσμο και υπολόγισαν ότι περίπου το 5% των παιδιών και των εφήβων πληροί τα κριτήρια της ΔΕΠΥ. Οι διαφορές ανάμεσα στις χώρες εξηγούνταν κυρίως από τον τρόπο που οι ερευνητές έθεταν τη διάγνωση και όχι από πραγματικές γεωγραφικές διαφορές.
Η διάγνωση τίθεται από ειδικό, παιδίατρο, παιδοψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, μετά από συνέντευξη με τους γονείς, πληροφορίες από το σχολείο και κλινική εκτίμηση. Δεν υπάρχει εξέταση αίματος ή απεικόνιση του εγκεφάλου που να την επιβεβαιώνει. Χρειάζεται να εξεταστούν και άλλες εξηγήσεις, όπως ο ανεπαρκής ύπνος, τα προβλήματα όρασης ή ακοής, το άγχος και οι μαθησιακές δυσκολίες.
Οθόνες, κοινωνικά δίκτυα και προσοχή
Πολλοί γονείς ρωτούν αν το κινητό και το διαδίκτυο προκαλούν ΔΕΠΥ. Η συζήτηση αφορά κυρίως τους εφήβους. Η νευροεπιστήμονας Eva Telzer, σε κείμενο της Association for Psychological Science (n.d.), σημειώνει ότι ο εγκέφαλος στην εφηβεία είναι πολύ ευαίσθητος στα κοινωνικά σήματα, στην αίσθηση του ανήκειν, στις ανταμοιβές και στην επίδραση των συνομηλίκων.

Είναι εύλογη υπόθεση ότι αυτή η ευαισθησία διευκολύνει τα κοινωνικά δίκτυα να κρατούν την προσοχή των εφήβων για πολλή ώρα. Δεν αποτελεί όμως απόδειξη ότι τα δίκτυα προκαλούν ΔΕΠΥ. Για να το κρίνουμε χρειαζόμαστε μελέτες που παρακολουθούν τα παιδιά στον χρόνο.
Η μελέτη των Ra και συνεργατών (2018) στο JAMA παρακολούθησε για δύο χρόνια μαθητές λυκείου στο Λος Άντζελες. Οι έφηβοι που στην αρχή δεν είχαν συμπτώματα ΔΕΠΥ και χρησιμοποιούσαν πολύ τακτικά πολλές ψηφιακές δραστηριότητες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα στη συνέχεια. Τα συμπτώματα όμως δηλώθηκαν από τους ίδιους, χωρίς κλινική διάγνωση, οπότε το εύρημα δείχνει συσχέτιση και όχι αιτία.

Σε μετα-ανάλυση που συνένωσε δεδομένα από 87 μελέτες με παιδιά έως 12 ετών, οι Eirich και συνεργάτες (2022) βρήκαν ότι ο περισσότερος χρόνος μπροστά σε οθόνη συνδέεται με περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων και δυσκολίες προσοχής και υπερκινητικότητα. Η σχέση ήταν μικρή. Οι περισσότερες μελέτες δεν μπορούν να δείξουν προς ποια κατεύθυνση λειτουργεί.
Η κατεύθυνση έχει σημασία. Ένα παιδί με ΔΕΠΥ μπορεί να στρέφεται περισσότερο στις οθόνες επειδή προσφέρουν άμεση ανταμοιβή και συνεχή αλλαγή ερεθισμάτων, ενώ οι οθόνες μπορεί να μειώνουν τον ύπνο και τον χρόνο για άλλες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η προσοχή. Και οι δύο εξηγήσεις είναι εύλογες. Καμία δεν έχει αποδειχθεί οριστικά, και μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα.
Η χρήση οθονών δεν έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί ΔΕΠΥ, αλλά μπορεί να επιβαρύνει τον ύπνο, την προσοχή και την καθημερινή ρουτίνα ενός παιδιού που ήδη δυσκολεύεται.
Αρκετοί γονείς λένε ότι το παιδί τους «συγκεντρώνεται μόνο στο παιχνίδι» και αναρωτιούνται πώς μπορεί να έχει ΔΕΠΥ. Η προσοχή στη ΔΕΠΥ δεν λείπει συνολικά. Δυσκολεύει κυρίως σε δραστηριότητες μακριές, επαναλαμβανόμενες ή χωρίς άμεση ανταμοιβή, όπως οι ασκήσεις και η μελέτη. Τα παιχνίδια δίνουν αμέσως ανταμοιβή, γι’ αυτό η εικόνα αυτή δεν αναιρεί τη διάγνωση.
Τι βοηθά στο σπίτι και στο σχολείο
Οι Wolraich και συνεργάτες (2019) προτείνουν θεραπεία ανάλογη με την ηλικία. Για παιδιά 4 έως 5 ετών, πρώτη επιλογή είναι η εκπαίδευση των γονιών στη διαχείριση της συμπεριφοράς. Φάρμακο εξετάζεται μόνο αν οι δυσκολίες παραμένουν σημαντικές παρά την εκπαίδευση.
Από 6 έως 11 ετών, οι οδηγίες συνιστούν εγκεκριμένο φάρμακο μαζί με εκπαίδευση των γονιών και παρεμβάσεις στο σχολείο. Στους εφήβους, το φάρμακο συνδυάζεται με συμπεριφορική θεραπεία και με τη συναίνεση του ίδιου του εφήβου. Η αγωγή λαμβάνεται πάντα με ιατρική παρακολούθηση.
Στο σπίτι βοηθά η σταθερή ρουτίνα, με ίδιες ώρες για φαγητό, μελέτη και ύπνο. Οι οδηγίες δίνονται μία κάθε φορά και με λίγες λέξεις, αφού πρώτα έχετε την προσοχή του παιδιού. Οι μεγάλες εργασίες χωρίζονται σε μικρά βήματα. Η καλή συμπεριφορά επαινείται αμέσως και συγκεκριμένα, για παράδειγμα «Τελείωσες τα μαθηματικά πριν από το φαγητό, μπράβο».
Για τις οθόνες βοηθούν σαφείς κανόνες που ισχύουν για όλη την οικογένεια, όπως προκαθορισμένες ώρες χρήσης και καμία συσκευή στο υπνοδωμάτιο τη νύχτα. Η διακοπή των οθονών μία ώρα πριν από τον ύπνο βοηθά να προστατευτεί ο ύπνος, που επηρεάζει την προσοχή της επόμενης ημέρας. Οι έφηβοι δέχονται ευκολότερα κανόνες που έχουν συζητήσει και οι ίδιοι.
Η συνεργασία με το σχολείο έχει πρακτική αξία. Ο δάσκαλος μπορεί να βάλει το παιδί κοντά στον πίνακα, να δίνει οδηγίες γραπτά, να επιτρέπει επιπλέον χρόνο στις εξετάσεις και να επικοινωνεί τακτικά με τους γονείς. Αν οι δυσκολίες διαρκούν μήνες και επηρεάζουν τους βαθμούς, τις φιλίες ή την αυτοεκτίμηση, αξίζει να ζητηθεί εκτίμηση από ειδικό και όχι να βγει συμπέρασμα από ένα βίντεο στο διαδίκτυο.
Μένει ανοιχτό πόσο οι οθόνες συμβάλλουν στις δυσκολίες προσοχής και πόσο απλώς τις αναδεικνύουν. Οι μελέτες που υπάρχουν δεν το ξεκαθαρίζουν. Σε ένα παιδί με ΔΕΠΥ, πάντως, η εκτίμηση του ύπνου, της καθημερινής ρουτίνας και του χρόνου στην οθόνη αποτελεί μέρος της συνολικής αντιμετώπισης, μαζί με τη θεραπεία που θα προτείνει ο γιατρός.
Βιβλιογραφία
- Association for Psychological Science. (n.d.). We’re addicted to social media. How do we get sober? Psychological Science News.
- Eirich, R., McArthur, B. A., Anhorn, C., McGuinness, C., Christakis, D. A., & Madigan, S. (2022). Association of screen time with internalizing and externalizing behavior problems in children 12 years or younger: A systematic review and meta-analysis. JAMA Psychiatry, 79(5), 393-405.
- Polanczyk, G., de Lima, M. S., Horta, B. L., Biederman, J., & Rohde, L. A. (2007). The worldwide prevalence of ADHD: A systematic review and metaregression analysis. American Journal of Psychiatry, 164(6), 942-948.
- Ra, C. K., Cho, J., Stone, M. D., De La Cerda, J., Goldenson, N. I., Moroney, E., Tung, I., Lee, S. S., & Leventhal, A. M. (2018). Association of digital media use with subsequent symptoms of attention-deficit/hyperactivity disorder among adolescents. JAMA, 320(3), 255-263.
- Wolraich, M. L., Hagan, J. F., Jr., Allan, C., Chan, E., Davison, D., Earls, M., Evans, S. W., Flinn, S. K., Froehlich, T., Frost, J., Holbrook, J. R., Lehmann, C. U., Lessin, H. R., Okechukwu, K., Pierce, K. L., Winner, J. D., & Zurhellen, W. (2019). Clinical practice guideline for the diagnosis, evaluation, and treatment of attention-deficit/hyperactivity disorder in children and adolescents. Pediatrics, 144(4), e20192528.




