Διαφορετικές μορφές κατάθλιψης υπάρχουν πολλές, και το καταλαβαίνει όποιος έχει δει δύο ανθρώπους με την ίδια διάγνωση. Ο ένας κοιμάται ελάχιστα, ανησυχεί και γυρνά στις ίδιες σκέψεις ξανά και ξανά. Ο άλλος κοιμάται δέκα ώρες, δεν έχει όρεξη για τίποτα και νιώθει συναισθηματικά μουδιασμένος. Στον φάκελο και των δύο γράφεται το ίδιο, μείζων καταθλιπτική διαταραχή.
Η διαφορά αυτή έχει μετρηθεί. Οι Fried και Nesse (2015) ανέλυσαν τα δεδομένα της μελέτης STAR*D, στην οποία συμμετείχαν 3.703 ενήλικες με κατάθλιψη που ξεκινούσαν θεραπεία, και κατέγραψαν πάνω από χίλιους διαφορετικούς συνδυασμούς συμπτωμάτων. Η διάγνωση ήταν κοινή, αλλά η κλινική εικόνα σχεδόν ποτέ δεν επαναλαμβανόταν.
Διαφορετικές μορφές κατάθλιψης και ο εγκέφαλος
Αν τα συμπτώματα διαφέρουν τόσο, θα μπορούσε να διαφέρει και η λειτουργία του εγκεφάλου; Αυτό ρώτησε μια ερευνητική ομάδα στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Οι Liu και συνεργάτες (2026) κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα 263 ανθρώπων με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και τη συνέκριναν με εκείνη 75 υγιών συμμετεχόντων.
Το ερώτημα έχει πρακτική βαρύτητα, γιατί η κατάθλιψη είναι πολύ διαδεδομένη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αφορά περίπου 332 εκατομμύρια ενήλικες, δηλαδή το 5,2% του ενήλικου πληθυσμού. Στη Φινλανδία είναι η πρώτη αιτία για μακροχρόνιες άδειες ασθενείας και για συντάξεις αναπηρίας.
Πώς μετρήθηκε η συνδεσιμότητα και τι βρέθηκε
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μαγνητοεγκεφαλογραφία (MEG), μια μέθοδο που καταγράφει τα ελάχιστα μαγνητικά πεδία που παράγει η ηλεκτρική δραστηριότητα των νευρώνων. Η καταγραφή γίνεται με ακρίβεια χιλιοστού του δευτερολέπτου, ενώ άλλες απεικονιστικές μέθοδοι παρακολουθούν πιο αργές μεταβολές. Έτσι φαίνεται τι συμβαίνει στον εγκέφαλο σχεδόν τη στιγμή που συμβαίνει.
Από τις καταγραφές υπολογίστηκε η λειτουργική συνδεσιμότητα, δηλαδή το πόσο στενά μεταβάλλεται μαζί στον χρόνο η δραστηριότητα δύο περιοχών του εγκεφάλου. Δεν σημαίνει ότι οι περιοχές συνδέονται φυσικά ούτε ότι η μία προκαλεί τη δραστηριότητα της άλλης. Δείχνει ποιες περιοχές φαίνεται να λειτουργούν ως μέρος του ίδιου δικτύου.
Με βάση τη δύναμη και τη συχνότητα της συνδεσιμότητας, οι συμμετέχοντες με κατάθλιψη χωρίστηκαν σε πέντε ομάδες. Η πρώτη είχε σχετικά ισχυρή συνδεσιμότητα, πιο βαριά κατάθλιψη, περισσότερο άγχος, ανακυκλούμενες σκέψεις και μεγαλύτερη μείωση της λειτουργικότητας. Η δεύτερη είχε ασθενή συνδεσιμότητα και πιο ήπια συμπτώματα από τις υπόλοιπες.
Στην τρίτη ομάδα η ασθενής συνδεσιμότητα ήταν διάχυτη και τα συμπτώματα μετατραυματικού στρες ιδιαίτερα έντονα. Η τέταρτη είχε μείγμα ασθενών και ισχυρών συνδέσεων, με πιο βαριά κατάθλιψη, κατάχρηση ουσιών και χαμηλή ευεξία. Στην πέμπτη, με την ισχυρότερη συνδεσιμότητα, ξεχώριζε η κατάχρηση ουσιών, ενώ τα τραυματικά συμπτώματα ήταν λιγότερα.
Και οι πέντε ομάδες διέφεραν από τους υγιείς συμμετέχοντες. Η διαφορά αφορούσε τη δύναμη της συνδεσιμότητας, αλλά και τις περιοχές που εμπλέκονταν και τις συχνότητες στις οποίες εμφανιζόταν η συνδεσιμότητα.

Κάτω από την ίδια διάγνωση βρέθηκαν αντίθετα πρότυπα εγκεφαλικής δραστηριότητας. Σε ορισμένους ανθρώπους η συνδεσιμότητα ήταν ισχυρότερη από το αναμενόμενο και σε άλλους ασθενέστερη.
Η Satu Palva, διευθύντρια του Κέντρου Νευροεπιστημών του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, ξεχώρισε ακριβώς αυτή την αντίθεση. Μπορεί να εξηγεί εν μέρει γιατί παλαιότερες μελέτες εγκεφάλου στην κατάθλιψη έδιναν αντιφατικά αποτελέσματα. Αν μια ομάδα έχει αυξημένη συνδεσιμότητα και μια άλλη μειωμένη, ο μέσος όρος τους δεν δείχνει σχεδόν τίποτα και κανένα από τα δύο πρότυπα δεν φαίνεται.
Η Palva σημειώνει επίσης ότι η MEG μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο κάθε στιγμή, ενώ οι φαινότυποι της κατάθλιψης είχαν μελετηθεί μέχρι τώρα με μεθόδους πιο αργής απόκρισης.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη θεραπεία
Χρειάζεται προσοχή στα όρια της μελέτης. Οι ομάδες προέκυψαν από στατιστική ανάλυση και περιγράφουν τον πληθυσμό των συμμετεχόντων, όχι τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Η μελέτη δεν δείχνει ακόμη αν κάποιος παραμένει στην ίδια ομάδα με τον χρόνο ή αν η ομάδα προβλέπει ποια θεραπεία θα τον βοηθήσει. Η ίδια η Palva λέει ότι οι μετρήσεις δεν μπορούν ακόμη να καθοδηγήσουν την επιλογή θεραπείας.
Παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει παλαιότερα με λειτουργική μαγνητική τομογραφία. Οι Drysdale και συνεργάτες (2017) είχαν περιγράψει τέσσερις βιολογικούς υποτύπους κατάθλιψης με βάση τη συνδεσιμότητα, αλλά οι Dinga και συνεργάτες (2019) δεν είχαν βρει στοιχεία για σαφώς διαχωρισμένες ομάδες όταν επανέλαβαν την ανάλυση. Η επιφύλαξη ισχύει και εδώ, μέχρι να υπάρξει επανάληψη σε άλλες ομάδες ασθενών.
Σήμερα η επιλογή θεραπείας στηρίζεται στην κλινική εκτίμηση και σε αρκετούς ανθρώπους απαιτεί δοκιμή περισσότερων από μίας προσεγγίσεων. Στη μελέτη STAR*D, οι Rush και συνεργάτες (2006) υπολόγισαν ότι έως και τέσσερα διαδοχικά θεραπευτικά βήματα οδήγησαν σε ύφεση περίπου δύο στους τρεις ασθενείς, αλλά πολλοί χρειάστηκαν αλλαγή αγωγής.
Πρακτικά, αξίζει κανείς να περιγράφει στον γιατρό ολόκληρη την εικόνα του και όχι μόνο τη θλίψη. Ο ύπνος, το άγχος, οι επίμονες σκέψεις, κάθε τραυματική εμπειρία και η χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών επηρεάζουν την εκτίμηση και τον σχεδιασμό της θεραπείας. Δεν είναι δευτερεύοντα, ακόμη κι αν φαίνονται άσχετα με τη διάθεση.
Βοηθά επίσης να μη συγκρίνει κανείς την πορεία του με του φίλου που έγινε καλά με το πρώτο φάρμακο. Αν η πρώτη θεραπεία δεν δουλέψει, αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη δεν αντιμετωπίζεται. Σημαίνει ότι πρέπει να το πει στον γιατρό του, ώστε να γίνει προσαρμογή ή συνδυασμός θεραπειών.
Μένει ανοιχτό το κρισιμότερο ερώτημα, αν ο εγκέφαλος θα μπορεί κάποτε να μας δείξει ποια θεραπεία να δοκιμάζουμε πρώτη. Προς το παρόν, η μελέτη δίνει ενδείξεις για κάτι που η κλινική εικόνα φανερώνει από καιρό, ότι η ίδια διάγνωση καλύπτει διαφορετικούς ανθρώπους.
Βιβλιογραφία
- Dinga, R., Schmaal, L., Penninx, B. W. J. H., et al. (2019). Evaluating the evidence for biotypes of depression: Methodological replication and extension of Drysdale et al. (2017). NeuroImage: Clinical, 22, 101796.
- Drysdale, A. T., Grosenick, L., Downar, J., et al. (2017). Resting-state connectivity biomarkers define neurophysiological subtypes of depression. Nature Medicine, 23(1), 28–38.
- Fried, E. I., & Nesse, R. M. (2015). Depression is not a consistent syndrome: An investigation of unique symptom patterns in the STAR*D study. Journal of Affective Disorders, 172, 96–102.
- Liu, W., Vesterinen, M., Andersson, A., Partanen, P., Knapič, S., Juvonen, J. J., Siebenhühner, F., Salonen, A., Renvall, H., Ilmoniemi, R. J., Castrén, E., Isometsä, E., Van De Ville, D., Palva, J. M., & Palva, S. (2026). Magnetoencephalography oscillation-based functional connectivity identifies clinically relevant depression phenotypes. Nature Mental Health.
- Rush, A. J., Trivedi, M. H., Wisniewski, S. R., et al. (2006). Acute and longer-term outcomes in depressed outpatients requiring one or several treatment steps: A STAR*D report. American Journal of Psychiatry, 163(11), 1905–1917.




