Η νικοτίνη είναι η ουσία που κάνει δύσκολη τη διακοπή του καπνίσματος, και ταυτόχρονα η ουσία στην οποία στρέφονται πολλοί άνθρωποι όταν θέλουν να ηρεμήσουν. Κανένας γιατρός δεν τη συνταγογραφεί για το άγχος, κι όμως αρκετοί τη χρησιμοποιούν με αυτόν τον σκοπό, με δική τους δοσολογία και δική τους εκτίμηση για το αποτέλεσμα.
Η ιατρική γνωρίζει αυτό το μοτίβο καταχρήσεων. Στην ψυχιατρική συζητείται σήμερα η εκτός ένδειξης χρήση της κεταμίνης, δηλαδή η χρήση ενός φαρμάκου πριν υπάρξει σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο. Με τη νικοτίνη εκτός τσιγάρου, για παράδειγμα στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, η χρήση έχει προχωρήσει ταχύτερα από τη ρύθμιση. Αξίζει να αναλογιστούμε τι ξέρουμε πραγματικά.
Τι κάνει η νικοτίνη στον εγκέφαλο
Η νικοτίνη προσδένεται σε υποδοχείς της ακετυλοχολίνης, ενός νευροδιαβιβαστή, δηλαδή μιας ουσίας με την οποία τα νευρικά κύτταρα στέλνουν μηνύματα το ένα στο άλλο. Η πρόσδεση αυξάνει την έκλυση ντοπαμίνης στο σύστημα ανταμοιβής. Ο καπνιστής νιώθει εγρήγορση, καλύτερη συγκέντρωση και μια σύντομη ευχάριστη αίσθηση, μέσα σε δευτερόλεπτα από την εισπνοή.
Η δράση όμως διαρκεί λίγο. Όταν η νικοτίνη στο αίμα μειώνεται, μέσα σε λίγες ώρες, εμφανίζονται ευερεθιστότητα, ανησυχία, δυσκολία συγκέντρωσης και πεσμένη διάθεση. Είναι συμπτώματα στέρησης. Ο καπνιστής τα εκλαμβάνει ως δικό του άγχος, ανάβει ένα ακόμη τσιγάρο και τα συμπτώματα υποχωρούν προσωρινά.
Κάποιος που καπνίζει είκοσι χρόνια λέει ότι το τσιγάρο τον ηρεμεί, και πράγματι έτσι το νιώθει. Σύμφωνα με μια υπόθεση που υποστηρίζουν αρκετοί ερευνητές, ένα μέρος αυτής της ηρεμίας είναι η άρση της στέρησης που προκάλεσε το προηγούμενο τσιγάρο. Η υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί πλήρως, αλλά ταιριάζει με όσα περιγράφουν οι ίδιοι οι καπνιστές.
Οι υποδοχείς της νικοτίνης εμπλέκονται και στη ρύθμιση της διάθεσης, όπως περιγράφουν οι Mineur και Picciotto (2010) σε ανασκόπηση πειραματικών δεδομένων. Αυτό δείχνει ότι το θέμα δεν είναι απλό. Τα δεδομένα όμως προέρχονται κυρίως από εργαστηριακά μοντέλα και δεν αρκούν για να προταθεί η νικοτίνη ως αντικαταθλιπτικό.
Κάπνισμα, ψυχικές διαταραχές και διάθεση μετά τη διακοπή
Σε μια εθνική έρευνα στις ΗΠΑ, οι Lasser και συνεργάτες (2000) βρήκαν ότι οι άνθρωποι με ψυχική διαταραχή είχαν περίπου διπλάσιες πιθανότητες να καπνίζουν και κατανάλωναν περίπου το 44% των τσιγάρων που πωλούνταν. Η μελέτη είναι παλιά και αμερικανική. Η ίδια εικόνα έχει βρεθεί από τότε σε πολλές χώρες.

Το ερώτημα είναι αν η διακοπή χειροτερεύει την ψυχική κατάσταση, όπως φοβούνται πολλοί. Οι Taylor και συνεργάτες (2014) συνέκριναν σε μετα-ανάλυση στο BMJ ανθρώπους που σταμάτησαν το κάπνισμα με όσους συνέχισαν. Μετά από τουλάχιστον έξι εβδομάδες, όσοι σταμάτησαν είχαν λιγότερο άγχος, κατάθλιψη και στρες και καλύτερη ποιότητα ζωής. Το ίδιο ίσχυε και για ανθρώπους με ψυχιατρική διάγνωση.
Μετά από λίγες εβδομάδες χωρίς κάπνισμα, το άγχος και η πεσμένη διάθεση τείνουν να μειώνονται και όχι να αυξάνονται.
Οι περισσότερες από αυτές τις μελέτες ήταν παρατηρησιακές. Δεν αποκλείεται, επομένως, όσοι καταφέρνουν να σταματήσουν να έχουν εξαρχής καλύτερη ψυχική κατάσταση. Η κατεύθυνση του ευρήματος παραμένει πάντως σταθερή. Η φράση «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή» ακούγεται και από ασθενείς και ενίοτε από επαγγελματίες υγείας, χωρίς να στηρίζεται σε αυτά τα δεδομένα.
Θεραπείες διακοπής και ηλεκτρονικό τσιγάρο
Η Cochrane συνέκρινε μεταξύ τους πολλές θεραπείες διακοπής σε μια μετα-ανάλυση (Cahill et al., 2013). Πιο αποτελεσματικές ήταν η βαρενικλίνη και ο συνδυασμός επιθέματος νικοτίνης με μορφή ταχείας δράσης, για παράδειγμα τσίχλα ή παστίλια. Η φαρμακευτική νικοτίνη δίνει σταθερή και μικρότερη δόση, χωρίς τον καπνό και τις υπόλοιπες τοξικές ουσίες του τσιγάρου.

Για τους ανθρώπους με ψυχιατρική διάγνωση, ένα βασικό ερώτημα ήταν η ασφάλεια των φαρμάκων. Στη μελέτη EAGLES συμμετείχαν περίπου 8.000 καπνιστές, οι μισοί με διάγνωση όπως κατάθλιψη, αγχώδης διαταραχή ή ψύχωση (Anthenelli et al., 2016). Η βαρενικλίνη και η βουπροπιόνη δεν αύξησαν σημαντικά τις σοβαρές νευροψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε σχέση με το επίθεμα νικοτίνης ή το εικονικό φάρμακο.
Οι συμμετέχοντες ήταν σταθεροί και παρακολουθούνταν στενά, οπότε στην καθημερινή πράξη η εικόνα μπορεί να διαφέρει. Υπάρχει και ένα πρακτικό σημείο. Ο καπνός του τσιγάρου επιταχύνει τον μεταβολισμό φαρμάκων όπως η κλοζαπίνη και η ολανζαπίνη. Μετά τη διακοπή, τα επίπεδά τους μπορεί να αυξηθούν και να χρειαστεί αλλαγή δόσης. Μην αλλάξετε μόνοι σας.
Οι Hajek και συνεργάτες (2019) μελέτησαν 886 καπνιστές σε υπηρεσίες διακοπής στη Βρετανία. Έναν χρόνο μετά, είχε σταματήσει το κάπνισμα το 18% όσων χρησιμοποίησαν ηλεκτρονικό τσιγάρο και το 9,9% όσων χρησιμοποίησαν φαρμακευτική νικοτίνη. Όμως περίπου το 80% της πρώτης ομάδας εξακολουθούσε να ατμίζει, ενώ μόνο το 9% της δεύτερης χρησιμοποιούσε ακόμη νικοτίνη.
Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα σακουλάκια νικοτίνης που πωλούνται ως καταναλωτικά προϊόντα δεν ελέγχονται όπως τα φάρμακα. Η περιεκτικότητα και η καθαρότητα διαφέρουν, και ο χρήστης δύσκολα γνωρίζει πόση νικοτίνη παίρνει. Σε ανθρώπους με άγχος, υψηλές δόσεις μπορεί να αυξήσουν τους παλμούς και την ανησυχία και να δώσουν την εντύπωση ότι το άγχος χειροτερεύει.
Στην πράξη βοηθά να οριστεί ημερομηνία διακοπής και να συνδυαστεί η φαρμακευτική αγωγή με συναντήσεις υποστήριξης. Οι δύο πρώτες εβδομάδες είναι συνήθως οι πιο δύσκολες. Όποιος παίρνει ψυχιατρικά φάρμακα ή έχει ιστορικό κατάθλιψης ή ψύχωσης καλό είναι να το συζητήσει πρώτα με τον γιατρό του. Αν η διάθεση επιδεινωθεί αισθητά ή εμφανιστούν σκέψεις αυτοκτονίας, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με γιατρό ή κλήση στο 112.
Το ζήτημα της ρύθμισης παραμένει ανοιχτό. Τα προϊόντα νικοτίνης αλλάζουν ταχύτερα από ό,τι προλαβαίνει η έρευνα να τα μελετήσει, και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις των νεότερων μορφών δεν είναι ακόμη γνωστές. Μέχρι να υπάρξουν απαντήσεις, οι πιο καλά τεκμηριωμένες επιλογές παραμένουν οι εγκεκριμένες θεραπείες, με ιατρική παρακολούθηση.
Βιβλιογραφία
- Anthenelli, R. M., Benowitz, N. L., West, R., St Aubin, L., McRae, T., Lawrence, D., Ascher, J., Russ, C., Krishen, A., & Evins, A. E. (2016). Neuropsychiatric safety and efficacy of varenicline, bupropion, and nicotine patch in smokers with and without psychiatric disorders (EAGLES): A double-blind, randomised, placebo-controlled clinical trial. The Lancet, 387(10037), 2507–2520.
- Cahill, K., Stevens, S., Perera, R., & Lancaster, T. (2013). Pharmacological interventions for smoking cessation: An overview and network meta-analysis. Cochrane Database of Systematic Reviews, (5), CD009329.
- Hajek, P., Phillips-Waller, A., Przulj, D., Pesola, F., Myers Smith, K., Bisal, N., Li, J., Parrott, S., Sasieni, P., Dawkins, L., Ross, L., Goniewicz, M., Wu, Q., & McRobbie, H. J. (2019). A randomized trial of e-cigarettes versus nicotine-replacement therapy. New England Journal of Medicine, 380(7), 629–637.
- Lasser, K., Boyd, J. W., Woolhandler, S., Himmelstein, D. U., McCormick, D., & Bor, D. H. (2000). Smoking and mental illness: A population-based prevalence study. JAMA, 284(20), 2606–2610.
- Mineur, Y. S., & Picciotto, M. R. (2010). Nicotine receptors and depression: Revisiting and revising the cholinergic hypothesis. Trends in Pharmacological Sciences, 31(12), 580–586.
- Taylor, G., McNeill, A., Girling, A., Farley, A., Lindson-Hawley, N., & Aveyard, P. (2014). Change in mental health after smoking cessation: Systematic review and meta-analysis. BMJ, 348, g1151.




