Οι κρίσεις πανικού ξεκινούν συνήθως από το σώμα. Η καρδιά χτυπά γρήγορα, η αναπνοή γίνεται κοφτή, εμφανίζονται ζάλη, τρέμουλο, εφίδρωση ή μούδιασμα στα χέρια. Ο άνθρωπος νομίζει ότι παθαίνει έμφραγμα ή ότι θα λιποθυμήσει. Τα συμπτώματα κορυφώνονται μέσα σε λίγα λεπτά και μετά υποχωρούν, αλλά ο φόβος μένει για ώρες.
Πρόκειται για πολύ πιο διαδεδομένο φαινόμενο απ’ όσο νομίζουμε. Στη μεγάλη αμερικανική έρευνα πληθυσμού των Kessler και συνεργατών (2006), σχεδόν ένας στους τέσσερις ανθρώπους είχε ζήσει τουλάχιστον μία κρίση πανικού στη ζωή του. Η διαταραχή πανικού, δηλαδή οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις με διαρκή φόβο για την επόμενη, αφορούσε περίπου το 5%.
Μία κρίση δεν σημαίνει διαταραχή. Πολλοί άνθρωποι ζουν ένα μεμονωμένο επεισόδιο σε περίοδο κόπωσης ή έντονου στρες και δεν το ξαναζούν. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο φόβος της επόμενης κρίσης αρχίζει να καθορίζει τις επιλογές της καθημερινότητας.
Κρίσεις πανικού και ο τρόπος που διαβάζουμε το σώμα
Ο Clark (1986) διατύπωσε ένα γνωσιακό μοντέλο που εξηγεί γιατί μια φυσιολογική σωματική αίσθηση μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση. Ο άνθρωπος παρατηρεί, για παράδειγμα, έναν γρήγορο σφυγμό και τον ερμηνεύει ως σημάδι επικείμενης καταστροφής. Η ερμηνεία αυξάνει τον φόβο, ο φόβος εντείνει τα συμπτώματα και η αίσθηση κινδύνου μεγαλώνει μέσα σε δευτερόλεπτα.
Από εδώ προκύπτει κάτι πρακτικό. Ό,τι αλλάζει τις σωματικές αισθήσεις μπορεί να δώσει υλικό για λανθασμένη ερμηνεία. Η πείνα, η ταχυκαρδία μετά από πολύ καφέ, ο ύπνος λίγων ωρών ή μια ναυτία χωρίς εμφανή αιτία προκαλούν αισθήσεις που σε έναν ευαίσθητο άνθρωπο φαίνονται ύποπτες.
Αυτό το σκεπτικό βοηθά να δούμε και τη συζήτηση γύρω από τους αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1, φάρμακα που περιορίζουν την όρεξη και χρησιμοποιούνται στον διαβήτη και στην παχυσαρκία. Το Psychiatric Times παρουσίασε πρόσφατα την ανησυχία ότι μπορεί να ενισχύουν τον περιορισμό της τροφής σε ανθρώπους με διατροφική διαταραχή.
Δεν γνωρίζω αξιόπιστα δεδομένα ότι τα φάρμακα αυτά προκαλούν κρίσεις πανικού και δεν το υποστηρίζω. Η σύνδεση που αξίζει προσοχή είναι άλλη. Η ανασκόπηση των Swinbourne και Touyz (2007) κατέγραψε ότι οι αγχώδεις διαταραχές είναι συνηθισμένες σε ανθρώπους με διατροφικές διαταραχές και σε αρκετούς εμφανίζονται πριν από αυτές.
Ότι ο περιορισμός της τροφής αυξάνει τον πανικό είναι εύλογη υπόθεση και όχι τεκμηριωμένο εύρημα. Η κλινική λογική όμως είναι απλή. Ο οργανισμός που δεν τροφοδοτείται επαρκώς δίνει περισσότερα σήματα, δηλαδή ζάλη, εξάντληση και ταχυκαρδία, και ο φόβος τα εκλαμβάνει ως απειλή. Όποιος παρατηρεί τέτοια σημάδια κατά την απώλεια βάρους χρειάζεται να το πει στον γιατρό του.

Συνήθειες που μειώνουν την πιθανότητα μιας κρίσης
Τα τακτικά γεύματα είναι το πρώτο βήμα. Όταν περνούν πολλές ώρες χωρίς φαγητό, πέφτει η γλυκόζη στο αίμα και εμφανίζονται τρέμουλο, εφίδρωση και ταχυκαρδία, αισθήσεις που υπάρχουν και στην κρίση πανικού. Ένας άνθρωπος που ήδη φοβάται αυτά τα σημάδια θα τα ερμηνεύσει εύκολα ως απειλή.
Η καφεΐνη αξίζει χωριστή αναφορά. Στη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των Klevebrant και Frick (2022), η καφεΐνη αύξανε το άγχος σε ανθρώπους με διαταραχή πανικού και σε ορισμένες μελέτες προκαλούσε κρίσεις. Οι μελέτες ήταν περιορισμένες σε αριθμό, γι’ αυτό το εύρημα δείχνει κατεύθυνση και όχι οριστική απάντηση.

Αν κάποιος αποφασίσει να μειώσει τον καφέ, καλό είναι να το κάνει σταδιακά, ώστε να μην προστεθεί πονοκέφαλος από τη στέρηση. Το ίδιο ισχύει για το αλκοόλ, που ηρεμεί προσωρινά και την επόμενη μέρα συνήθως αφήνει περισσότερη ένταση.
Μια κρίση πανικού κορυφώνεται συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά και υποχωρεί από μόνη της, ακόμη κι αν δεν γίνει τίποτα για να σταματήσει.
Η αποφυγή δίνει άμεση ανακούφιση και γι’ αυτό δελεάζει. Όποιος όμως φύγει από το σούπερ μάρκετ ή το λεωφορείο μέσα στην κρίση, μαθαίνει ότι ο χώρος ήταν επικίνδυνος και την επόμενη φορά φοβάται περισσότερο. Βοηθά να μείνει εκεί όσο γίνεται, να αναπνέει αργά και να λέει στον εαυτό του ότι είναι κρίση πανικού και θα περάσει.
Θεραπείες με τεκμηρίωση και πότε χρειάζεται γιατρός
Η πρώτη κρίση πανικού χρειάζεται ιατρική εκτίμηση. Ο γιατρός θα ελέγξει την καρδιά με καρδιογράφημα και, ανάλογα με την περίπτωση, τον θυρεοειδή με εξετάσεις αίματος, επειδή αρρυθμίες ή υπερθυρεοειδισμός μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα. Όταν αποκλειστούν, η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του ίδιου του ανθρώπου.
Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία έχει την ισχυρότερη τεκμηρίωση. Περιλαμβάνει εκπαίδευση για το πώς λειτουργεί ο πανικός, έλεγχο των καταστροφικών σκέψεων και σταδιακή έκθεση, ενίοτε και σε σωματικές αισθήσεις που προκαλούνται σκόπιμα, όπως η γρήγορη αναπνοή ή το γύρισμα σε καρέκλα, ώστε ο άνθρωπος να διαπιστώσει ότι δεν συμβαίνει κάτι επικίνδυνο.
Η μετα-ανάλυση των Pompoli και συνεργατών (2018) χώρισε τη θεραπεία στα επιμέρους στοιχεία της και τα συνέκρινε. Η έκθεση στις καταστάσεις που αποφεύγονται φάνηκε να συμβάλλει περισσότερο, ενώ για την εκπαίδευση στη χαλάρωση και στην αναπνοή τα δεδομένα ήταν λιγότερο πειστικά. Η αργή αναπνοή μπορεί να βοηθά μέσα στην κρίση, όμως από μόνη της δεν φαίνεται να αρκεί.
Οι οδηγίες του NICE (2011) προτείνουν ως πρώτες επιλογές τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ή ένα αντικαταθλιπτικό της ομάδας SSRI. Τα φάρμακα αυτά λαμβάνονται καθημερινά, η δράση τους χρειάζεται αρκετές εβδομάδες και στην αρχή μπορεί να αυξήσουν προσωρινά την ένταση. Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται ως θεραπεία του πανικού, επειδή ενέχουν κίνδυνο εξάρτησης.
Για όσους λαμβάνουν φάρμακο για το βάρος ή περιορίζουν συνειδητά το φαγητό, ένα απλό ημερολόγιο βοηθά τον γιατρό. Σημειώνεται πότε έγινε η κρίση, τι είχε προηγηθεί από φαγητό, καφέ και ύπνο και ποια δόση φαρμάκου είχε ληφθεί.
Αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στον περιορισμό της τροφής και τον πανικό, θα φανεί καλύτερα από τέτοιες καταγραφές παρά από γενικές υποθέσεις. Προς το παρόν η έρευνα δεν μπορεί να το βεβαιώσει, και αυτό αξίζει να λέγεται καθαρά σε όποιον ρωτά.
Βιβλιογραφία
- Clark, D. M. (1986). A cognitive approach to panic. Behaviour Research and Therapy, 24(4), 461–470.
- Kessler, R. C., Chiu, W. T., Jin, R., Ruscio, A. M., Shear, K., & Walters, E. E. (2006). The epidemiology of panic attacks, panic disorder, and agoraphobia in the National Comorbidity Survey Replication. Archives of General Psychiatry, 63(4), 415–424.
- Klevebrant, L., & Frick, A. (2022). Effects of caffeine on anxiety and panic attacks in patients with panic disorder: A systematic review and meta-analysis. General Hospital Psychiatry, 74, 22–31.
- National Institute for Health and Care Excellence. (2011). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: Management (Clinical guideline CG113).
- Pompoli, A., Furukawa, T. A., Efthimiou, O., Imai, H., Tajika, A., & Salanti, G. (2018). Dismantling cognitive-behaviour therapy for panic disorder: A systematic review and component network meta-analysis. Psychological Medicine, 48(12), 1945–1953.
- Swinbourne, J. M., & Touyz, S. W. (2007). The co-morbidity of eating disorders and anxiety disorders: A review. European Eating Disorders Review, 15(4), 253–274.




