Άγχος νιώθουμε σχεδόν πάντα όταν κάτι είναι αβέβαιο και αφορά το μέλλον μας, και λίγα θέματα είναι τόσο αβέβαια όσο η πιθανότητα να εμφανίσουμε άνοια. Η πρόσφατη είδηση για μια εξέταση αίματος, που προβλέπει τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης από τη νόσο Αλτσχάιμερ χρόνια πριν από τα συμπτώματα, δημιουργεί ένα νέο ερώτημα για το τι κάνει κανείς με μια τέτοια πληροφορία.
Γιατί η πρόβλεψη κινδύνου προκαλεί τόσο άγχος
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, μια μεγάλη διεθνής μελέτη διαπίστωσε ότι μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει τη γνωστική έκπτωση που σχετίζεται με το Αλτσχάιμερ. Στους ανθρώπους με τον υψηλότερο κίνδυνο, η πιθανότητα έκπτωσης ήταν 38% μέσα σε πέντε χρόνια και εκτιμάται σε περίπου 78% μέσα σε δέκα χρόνια. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό μπορεί να επιτρέψει πιο πρώιμη παρέμβαση.
Το 38% αφορά όμως την ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες είχαν χαμηλότερες πιθανότητες. Ένα ποσοστό περιγράφει μια ομάδα και δεν προβλέπει με βεβαιότητα τι θα συμβεί σε κάποιον συγκεκριμένο. Επίσης, η γνωστική έκπτωση της είδησης είναι ευρύτερη έννοια από την άνοια και δεν σημαίνει απαραίτητα απώλεια της αυτονομίας. Αυτές οι διακρίσεις χάνονται εύκολα όταν ο αριθμός διαβάζεται με φόβο.
Ένα υψηλό ποσοστό κινδύνου περιγράφει μια ομάδα ανθρώπων και όχι το μέλλον ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Η πληροφορία αυτή αξίζει να ερμηνεύεται μαζί με γιατρό.
Το άγχος μπροστά σε μια τέτοια πληροφορία έχει αναγνωρίσιμη πορεία. Όταν μια πιθανή απειλή είναι αβέβαιη, οι άνθρωποι τείνουν να την ελέγχουν συνεχώς. Μια ξεχασμένη λέξη ή ένα όνομα που δεν έρχεται στο μυαλό ερμηνεύονται αμέσως ως ένδειξη, με σκέψεις του τύπου «αν ξεχνάω, ίσως ξεκινάει η νόσος». Η σκέψη αυτή αυξάνει την ένταση, και η ένταση χειροτερεύει την προσοχή και τη μνήμη.
Αρκετοί άνθρωποι με άνοια στην οικογένειά τους περιγράφουν ότι δοκιμάζουν τη μνήμη τους καθημερινά ή ψάχνουν συμπτώματα στο διαδίκτυο. Κάθε έλεγχος φέρνει προσωρινή ανακούφιση, και αυτό ενισχύει την ανάγκη να επαναληφθεί. Η επανάληψη διατηρεί το άγχος και δεν προσφέρει καμία πραγματική πληροφορία για τη μνήμη.
Μια φράση που ακούγεται είναι «θα το μάθω επιτέλους και θα ησυχάσω». Ο αριθμός που θα προκύψει όμως δεν ησυχάζει πάντα κάποιον που ήδη ελέγχει τα πάντα, γιατί και ένα χαμηλό αποτέλεσμα μπορεί να αφήσει την ερώτηση «και αν κάνει λάθος;».
Τι δείχνει η έρευνα για το άγχος και την άνοια
Η σχέση του άγχους με την άνοια έχει ερευνηθεί αρκετά. Στη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του Gulpers και των συνεργατών του (2016), το άγχος συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο άνοιας και γνωστικής έκπτωσης. Οι μελέτες διέφεραν αρκετά μεταξύ τους και η σχέση αυτή είναι συσχέτιση. Δεν αποδεικνύει ότι το άγχος προκαλεί άνοια. Το άγχος ενός νεότερου ανθρώπου πάντως δεν σημαίνει ότι θα εμφανίσει άνοια.
Δύο ερμηνείες θεωρούνται εύλογες. Το χρόνιο άγχος ίσως επιβαρύνει τον εγκέφαλο με τα χρόνια, μέσω της παρατεταμένης ενεργοποίησης του συστήματος του στρες. Εναλλακτικά, το άγχος που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε μεγάλη ηλικία μπορεί να είναι πρώιμο σύμπτωμα της νόσου. Δεν γνωρίζουμε ποια ισχύει, και ίσως ισχύουν και οι δύο σε διαφορετικούς ανθρώπους.
Η ίδια η εξέταση έχει επιστημονική τεκμηρίωση. Στη μελέτη του Palmqvist και των συνεργατών (2024), η μέτρηση της πρωτεΐνης p-tau217 στο αίμα αναγνώριζε την παθολογία του Αλτσχάιμερ με σαφώς μεγαλύτερη ακρίβεια από την εκτίμηση των κλινικών γιατρών. Οι συμμετέχοντες όμως είχαν ήδη γνωστικά συμπτώματα, και τα ευρήματα δεν μεταφέρονται αυτόματα σε ανθρώπους χωρίς κανένα.

Το πώς αντιδρά κανείς στην αποκάλυψη ενός κινδύνου έχει μελετηθεί με τη γενετική εξέταση APOE. Στη μελέτη των Green και συνεργατών (2009), ενήλικες με συγγενή πρώτου βαθμού που είχε νοσήσει από Αλτσχάιμερ έμαθαν τυχαία, ή όχι, αν φέρουν την παραλλαγή ε4.
Κατά μέσο όρο δεν υπήρξε αύξηση του άγχους ή της κατάθλιψης, ενώ όσοι έφεραν την παραλλαγή ανέφεραν περισσότερη ένταση σχετική με το αποτέλεσμα. Οι συμμετέχοντες ήταν όμως ενημερωμένοι, είχαν συμβουλευτική και κίνητρο, και δεν αντιπροσωπεύουν όλους όσοι θα κάνουν μια τέτοια εξέταση.
Πρακτικοί τρόποι για να περιορίσετε το άγχος
Αν σκέφτεστε να κάνετε μια τέτοια εξέταση, αποφασίστε πρώτα τι θα κάνετε με το αποτέλεσμα. Οι θεραπείες που υπάρχουν σήμερα απευθύνονται κυρίως σε ανθρώπους που έχουν ήδη ήπια συμπτώματα, και η πρόληψη πριν από τα συμπτώματα εξετάζεται ακόμη σε μελέτες. Ζητήστε από γιατρό να σας εξηγήσει τι σημαίνει κάθε πιθανό αποτέλεσμα και, αν γίνεται, συμβουλευτική πριν και μετά την εξέταση.

Περιορίστε τους ελέγχους. Αν διαπιστώνετε ότι δοκιμάζετε τη μνήμη σας ή ψάχνετε πληροφορίες πολλές φορές την ημέρα, ορίστε ένα σύντομο, συγκεκριμένο διάστημα για αναζήτηση και σταματήστε μετά. Οι ξεχασμένες λέξεις και τα κλειδιά που βρέθηκαν σε λάθος μέρος είναι φυσιολογικά σε κάθε ηλικία, ιδίως με κούραση, στρες ή λίγο ύπνο.
Αν η ανησυχία διαρκεί εβδομάδες, χαλάει τον ύπνο ή επηρεάζει τη δουλειά και τις σχέσεις, αξίζει να ζητήσετε βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας. Η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία έχει ισχυρή τεκμηρίωση. Στη μετα-ανάλυση των Carpenter και συνεργατών (2018), με τυχαιοποιημένες μελέτες που είχαν ομάδα placebo, η θεραπεία αυτή ήταν αποτελεσματικότερη από το placebo στις αγχώδεις διαταραχές.
Η ανασκόπηση του Bandelow και των συνεργατών του (2017) καταλήγει ότι τόσο η ψυχοθεραπεία όσο και η φαρμακευτική αγωγή, κυρίως με αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, είναι τεκμηριωμένες επιλογές. Η επιλογή εξαρτάται από τη βαρύτητα, από το τι έχει δοκιμαστεί ήδη και από την προτίμηση του ανθρώπου. Ένα φάρμακο λαμβάνεται μόνο μετά από ιατρική εκτίμηση και με παρακολούθηση.
Ο τακτικός ύπνος, η σωματική άσκηση και ο περιορισμός της καφεΐνης συνήθως βοηθούν στη μείωση των συμπτωμάτων του άγχους. Ο ύπνος και η άσκηση συνδέονται επίσης με καλύτερη γνωστική υγεία στην ηλικία, αν και οι μελέτες αυτές δείχνουν συσχέτιση και όχι πάντα σαφή αιτιότητα.
Δεν είναι ακόμη σαφές πότε και για ποιους θα συνιστάται ευρέως μια τέτοια εξέταση σε ανθρώπους χωρίς συμπτώματα. Μέχρι τότε, η απόφαση να μάθει κανείς ή όχι παραμένει προσωπική, και είναι εύλογο να τη σκεφτεί με χρόνο και με τη στήριξη ενός ειδικού.
Βιβλιογραφία
- Bandelow, B., Michaelis, S., & Wedekind, D. (2017). Treatment of anxiety disorders. Dialogues in Clinical Neuroscience, 19(2), 93–107.
- Carpenter, J. K., Andrews, L. A., Witcraft, S. M., Powers, M. B., Smits, J. A. J., & Hofmann, S. G. (2018). Cognitive behavioral therapy for anxiety and related disorders: A meta-analysis of randomized placebo-controlled trials. Depression and Anxiety, 35(6), 502–514.
- Green, R. C., Roberts, J. S., Cupples, L. A., Relkin, N. R., Whitehouse, P. J., Brown, T., et al. (2009). Disclosure of APOE genotype for risk of Alzheimer’s disease. New England Journal of Medicine, 361(3), 245–254.
- Gulpers, B., Ramakers, I., Hamel, R., Köhler, S., Oude Voshaar, R., & Verhey, F. (2016). Anxiety as a predictor for cognitive decline and dementia: A systematic review and meta-analysis. American Journal of Geriatric Psychiatry, 24(10), 823–842.
- Palmqvist, S., Tideman, P., Mattsson-Carlgren, N., Schindler, S. E., Smith, R., Ossenkoppele, R., et al. (2024). Blood biomarkers to detect Alzheimer disease in primary care and secondary care. JAMA, 332(15), 1245–1257.
- ScienceDaily. (2026). A simple blood test could reveal Alzheimer’s risk 10 years before symptoms. ScienceDaily.




