Τι είναι η τελειομανία και πώς εκδηλώνεται
Τελειομανία ονομάζουμε την επιμονή σε πολύ υψηλά πρότυπα, μαζί με την πεποίθηση ότι η αξία ενός ανθρώπου εξαρτάται από το αν τα πετυχαίνει. Ένας φοιτητής ξαναγράφει την ίδια εργασία επί ώρες επειδή η πρώτη παράγραφος δεν τον ικανοποιεί, και την παραδίδει την τελευταία στιγμή με την αίσθηση ότι απέτυχε.
Την τελειομανία τη συγχέουμε εύκολα με τη φιλοδοξία ή τη συνέπεια. Η διαφορά φαίνεται όταν το αποτέλεσμα είναι καλό, αλλά όχι άριστο. Ο φιλόδοξος άνθρωπος ικανοποιείται και προχωρά. Ο τελειομανής νιώθει ανησυχία, ντροπή ή ενοχή και αρχίζει να ψάχνει τι θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα.
Οι Hewitt και Flett (1991) περιέγραψαν τρεις μορφές τελειομανίας. Στην πρώτη ο άνθρωπος απαιτεί πάρα πολλά από τον εαυτό του. Στη δεύτερη απαιτεί πολλά από τους άλλους και απογοητεύεται εύκολα μαζί τους. Στην τρίτη πιστεύει ότι οι γύρω του περιμένουν την τελειότητα και θα τον απορρίψουν αν δεν την πετύχει.
Η τρίτη μορφή, που οι ερευνητές ονομάζουν κοινωνικά επιβαλλόμενη τελειομανία, συνδέθηκε στη μελέτη τους με περισσότερα ψυχολογικά συμπτώματα. Ο άνθρωπος που τη βιώνει ζει με την αίσθηση ότι κάθε λάθος θα φανεί και θα κριθεί, γι’ αυτό η αυστηρή παρακολούθηση του εαυτού του δεν σταματά ούτε όταν είναι μόνος.
Τι δείχνει η έρευνα για την ψυχική υγεία
Η μετα-ανάλυση των Limburg και συνεργατών (2017) συγκέντρωσε πολλές μελέτες για τη σχέση της τελειομανίας με ψυχικά συμπτώματα. Οι έντονες ανησυχίες για τα λάθη και η αυστηρή αυτοκριτική συνδέονταν με κατάθλιψη, άγχος και άλλα συμπτώματα. Η επιδίωξη υψηλών προτύπων από μόνη της είχε πολύ ασθενέστερη σχέση με αυτά. Το εύρημα βοηθά να ξεχωρίσουμε την απαίτηση για ποιότητα από τον φόβο της αποτυχίας.
Χρειάζεται όμως προσοχή στην ερμηνεία. Πολλές από αυτές τις μελέτες καταγράφουν ένα μόνο χρονικό σημείο, οπότε δείχνουν συσχέτιση και όχι αιτία. Η τελειομανία μπορεί να οδηγεί στην κατάθλιψη, αλλά και ένας καταθλιπτικός άνθρωπος κρίνει τον εαυτό του αυστηρότερα. Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο, σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικές περιόδους.
Οι Egan, Wade και Shafran (2011) εξέτασαν την κλινική βιβλιογραφία και κατέληξαν ότι η τελειομανία εμφανίζεται σε διαγνώσεις όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι διατροφικές διαταραχές και η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι συντηρεί αυτά τα προβλήματα και ενίοτε δυσκολεύει τη θεραπεία τους.

Γι’ αυτό την αντιμετωπίζουν ως διαδιαγνωστική διεργασία, δηλαδή ως μηχανισμό που συναντάται σε πολλές διαγνώσεις και όχι μόνο σε μία. Η παρατήρηση αυτή έχει πρακτική αξία, γιατί η θεραπεία μπορεί να στοχεύσει την ίδια την τελειομανία και όχι μόνο τα συμπτώματα που την ακολουθούν.
Το κρίσιμο στοιχείο της τελειομανίας είναι η αυστηρή κρίση για τον εαυτό όταν ένας στόχος δεν επιτυγχάνεται, και όχι το πόσο υψηλός είναι ο στόχος.
Οι Shafran, Cooper και Fairburn (2002) διατύπωσαν τον ορισμό της κλινικής τελειομανίας. Ο άνθρωπος κρίνει την αξία του σχεδόν αποκλειστικά από την επιδίωξη και την επίτευξη εξαιρετικά απαιτητικών στόχων, και επιμένει σε αυτούς παρά τις αρνητικές συνέπειες, όπως η κούραση, η απομόνωση ή η πτώση της απόδοσης.
Στην πράξη αυτό φαίνεται με δύο αντίθετες συμπεριφορές. Άλλοι ελέγχουν και διορθώνουν ξανά και ξανά, ώστε μια δουλειά ενός απογεύματος να παίρνει τρεις μέρες. Άλλοι αναβάλλουν, επειδή αν δεν ξεκινήσουν δεν θα κριθούν. Και στις δύο περιπτώσεις η προσωρινή ανακούφιση διατηρεί τον φόβο, γιατί ο άνθρωπος δεν μαθαίνει ποτέ τι θα συνέβαινε αν έκανε λιγότερα.

Οι Curran και Hill (2019) συνέκριναν δεδομένα από πάνω από 41.000 φοιτητές στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στη Βρετανία, που συγκεντρώθηκαν από το 1989 έως το 2016. Και οι τρεις μορφές τελειομανίας αυξήθηκαν, με μεγαλύτερη άνοδο στην κοινωνικά επιβαλλόμενη. Οι συμμετέχοντες ήταν μόνο φοιτητές, άρα δεν μπορούμε να γενικεύσουμε στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Οι ίδιοι ερευνητές συνέδεσαν την τάση με τον αυξημένο ανταγωνισμό και τις υψηλότερες προσδοκίες των γονέων. Πρόκειται για πιθανές εξηγήσεις και όχι για αποδεδειγμένες αιτίες.
Πρακτικοί τρόποι να μειώσετε την πίεση
Το πρώτο βήμα είναι να ορίσετε εκ των προτέρων τι σημαίνει αρκετά καλό για μια συγκεκριμένη εργασία. Γράψτε το πριν ξεκινήσετε και βάλτε χρονικό όριο. Όταν περάσει ο χρόνος, παραδώστε ή προχωρήστε, ακόμη κι αν νιώθετε ότι λείπει κάτι. Η δυσφορία που θα νιώσετε είναι αναμενόμενη και συνήθως υποχωρεί, αν δεν τη διορθώσετε με νέους ελέγχους.
Βοηθά επίσης να δοκιμάσετε μικρά πειράματα. Στείλτε ένα μήνυμα χωρίς τρίτο έλεγχο ή αφήστε ένα ασήμαντο λάθος ως έχει. Πριν το κάνετε, γράψτε τι φοβάστε ότι θα συμβεί και πόσο πιθανό το θεωρείτε. Μετά καταγράψτε τι συνέβη πραγματικά. Αυτή η σύγκριση, που χρησιμοποιείται στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, δοκιμάζει την πεποίθηση στην πράξη και όχι μόνο στη σκέψη.
Αν τείνετε να αναβάλλετε, ξεκινήστε με δέκα λεπτά και δώστε στον εαυτό σας το δικαίωμα να σταματήσετε μετά. Η πρώτη εκδοχή μιας δουλειάς μπορεί να είναι κακή, και αυτό είναι φυσιολογικό. Το κείμενο, η μελέτη ή η παρουσίαση βελτιώνονται εύκολα όταν υπάρχει κάτι γραμμένο, ενώ ένα λευκό χαρτί δεν διορθώνεται.
Προσέξτε και τον τρόπο που μιλάτε στον εαυτό σας. Αν ένας φίλος σας έλεγε ότι έκανε το ίδιο λάθος, πιθανότατα δεν θα του λέγατε ότι είναι αποτυχημένος. Δοκιμάστε να χρησιμοποιήσετε την ίδια γλώσσα για τον εαυτό σας. Δεν χρειάζεται να πιστεύετε αμέσως τη νέα φράση. Αρκεί να παρατηρείτε πότε εμφανίζεται η αυστηρή κρίση.
Αν η τελειομανία επηρεάζει τον ύπνο, τη δουλειά, τις σχέσεις ή τη διατροφή σας, ή αν συνοδεύεται από επίμονη θλίψη και αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι αρκετό, αξίζει να μιλήσετε με ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία βασίζεται στο μοντέλο των Shafran και συνεργατών και έχει μελετηθεί σε κλινικές δοκιμές για την τελειομανία.
Αν εμφανιστούν σκέψεις αυτοτραυματισμού, ζητήστε άμεσα βοήθεια από το 112 ή από τον γιατρό σας.
Μένει ανοιχτό αν η μείωση της τελειομανίας προλαμβάνει την κατάθλιψη ή απλώς συνοδεύει τη βελτίωσή της. Οι μελέτες παρακολούθησης σε βάθος χρόνου είναι ακόμη λίγες. Μέχρι να υπάρχουν σαφέστερες απαντήσεις, η σκόπιμη μείωση της αυστηρότητας απέναντι στον εαυτό είναι ένα εύλογο βήμα, που συνήθως δεν κοστίζει τίποτα να δοκιμαστεί.
Βιβλιογραφία
- Curran, T., & Hill, A. P. (2019). Perfectionism is increasing over time: A meta-analysis of birth cohort differences from 1989 to 2016. Psychological Bulletin, 145(4), 410–429.
- Egan, S. J., Wade, T. D., & Shafran, R. (2011). Perfectionism as a transdiagnostic process: A clinical review. Clinical Psychology Review, 31(2), 203–212.
- Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (1991). Perfectionism in the self and social contexts: Conceptualization, assessment, and association with psychopathology. Journal of Personality and Social Psychology, 60(3), 456–470.
- Limburg, K., Watson, H. J., Hagger, M. S., & Egan, S. J. (2017). The relationship between perfectionism and psychopathology: A meta-analysis. Journal of Clinical Psychology, 73(10), 1301–1326.
- Shafran, R., Cooper, Z., & Fairburn, C. G. (2002). Clinical perfectionism: A cognitive–behavioural analysis. Behaviour Research and Therapy, 40(7), 773–791.




