Η σχιζοφρένεια δεν εξαντλείται στις παραισθήσεις και τις παραληρητικές ιδέες που έρχονται συνήθως στο μυαλό μας όταν ακούγεται η λέξη. Ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων με αυτή τη διάγνωση περνάει και περιόδους έντονης κατάθλιψης, οι οποίες μένουν ενίοτε στο περιθώριο επειδή η προσοχή του θεραπευτικού συστήματος στρέφεται αλλού, στα πιο εμφανή ψυχωτικά συμπτώματα.
Στο ιατρείο, αυτό φαίνεται καθαρά. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σταθεροποιηθεί ως προς τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, να έχει σχεδόν εξαφανιστεί το παραλήρημα, και όμως να κάθεται στην καρέκλα απέναντι κοιτάζοντας το πάτωμα, λέγοντας με απλά λόγια ότι δεν βλέπει νόημα να σηκωθεί το πρωί. Αυτή η εικόνα δεν είναι σπάνια εξαίρεση.
Η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη που περνάει απαρατήρητη
Η κλινική έρευνα έχει επιβεβαιώσει επανειλημμένα αυτή την παρατήρηση. Ο Siris (2000), σε μια από τις πιο αναφερόμενες ανασκοπήσεις του θέματος, υπολόγισε ότι καταθλιπτικά επεισόδια εμφανίζονται σε ποσοστό που μπορεί να ξεπερνά το είκοσι με είκοσι πέντε τοις εκατό των ανθρώπων με σχιζοφρένεια σε κάποια στιγμή της νόσου τους, χωρίς αυτό να σχετίζεται πάντα με υποτροπή των ψυχωτικών συμπτωμάτων.
Οι Upthegrove, Marwaha και Birchwood (2017) πήγαν το ερώτημα ένα βήμα παραπέρα, εξετάζοντας αν η κατάθλιψη στη σχιζοφρένεια αποτελεί αιτία, συνέπεια ή ξεχωριστή διεργασία που διατρέχει και τις δύο διαταραχές. Η απάντησή τους δεν ήταν μονοσήμαντη, κάτι που έχει πρακτική σημασία για τον κλινικό.
Αν η κατάθλιψη είναι απλώς αντίδραση στην απώλεια λειτουργικότητας που φέρνει η σχιζοφρένεια, η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση έχει προτεραιότητα. Αν όμως πρόκειται για ξεχωριστή βιολογική διεργασία, τότε η φαρμακευτική παρέμβαση αποκτά διαφορετικό βάρος. Στην πράξη, τα δύο σενάρια συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο, σε διαφορετικές στιγμές της πορείας του.

Πώς ξεχωρίζει η κατάθλιψη από τα αρνητικά συμπτώματα
Μια από τις πιο δύσκολες στιγμές στην κλινική εκτίμηση είναι η διάκριση ανάμεσα σε καταθλιπτικό επεισόδιο και στα λεγόμενα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, δηλαδή την περιορισμένη έκφραση συναισθήματος, την έλλειψη πρωτοβουλίας, την κοινωνική απόσυρση. Οι δύο εικόνες μοιάζουν στο εξωτερικό τους περίγραμμα, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ο άνθρωπος με αρνητικά συμπτώματα δεν εκφράζει συνήθως λεκτικά αίσθημα θλίψης ή απελπισίας, ενώ ο άνθρωπος σε καταθλιπτικό επεισόδιο περιγράφει, όταν του δοθεί χώρος, ενοχές, μηδενική αυτοεκτίμηση, σκέψεις για το θάνατο. Ο Buckley και οι συνεργάτες του (2009) επισήμαναν σε ανασκόπησή τους ότι η σύγχυση ανάμεσα στις δύο καταστάσεις οδηγεί σε συστηματική υποδιάγνωση της κατάθλιψης στη σχιζοφρένεια.
Η υποδιάγνωση αυτή δεν είναι αθώα. Σημαίνει ότι κάποιος περνά μήνες ή χρόνια σε καταθλιπτική κατάσταση χωρίς κανείς να την ονομάσει, θεωρώντας την αναπόσπαστο κομμάτι της νόσου, κάτι με το οποίο απλώς πρέπει να συμβιώσει.
Η ανακούφιση από τις ψευδαισθήσεις δεν σημαίνει αυτόματα ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο. Η κατάθλιψη στη σχιζοφρένεια χρειάζεται τη δική της προσοχή, ξεχωριστά από την παρακολούθηση των ψυχωτικών συμπτωμάτων.
Ο κίνδυνος αυτοκτονίας και η σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης
Η παράβλεψη της κατάθλιψης στη σχιζοφρένεια δεν είναι μόνο ζήτημα ποιότητας ζωής. Ο Hor και ο Taylor (2010), σε συστηματική ανασκόπηση για την αυτοκτονικότητα στη σχιζοφρένεια, εντόπισαν ότι περίπου το πέντε τοις εκατό των ανθρώπων με τη διάγνωση αυτή πεθαίνουν τελικά από αυτοκτονία, με την καταθλιπτική συνδρομή να αναδεικνύεται ως ένας από τους ισχυρότερους προγνωστικούς παράγοντες.

Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με σχιζοφρένεια και καταθλιπτικά συμπτώματα βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Σημαίνει ότι η συστηματική αναζήτηση αυτών των συμπτωμάτων, με απλές ερωτήσεις για τη διάθεση, τον ύπνο, την όρεξη, τις σκέψεις περί θανάτου, πρέπει να αποτελεί μέρος κάθε τακτικής επανεκτίμησης, όχι εξαίρεση που γίνεται όταν κάτι έχει ήδη πάει στραβά.
Στην κλινική πράξη, αυτό μεταφράζεται σε κάτι απλό. Η ερώτηση πώς νιώθεις μέσα σου τον τελευταίο καιρό, πέρα από τις φωνές, πέρα από τις σκέψεις που σε ενοχλούν, αξίζει να τίθεται τακτικά, με τον ίδιο τρόπο που ρωτάμε για τα φάρμακα ή τον ύπνο.
Η θεραπευτική προσέγγιση της συνυπάρχουσας κατάθλιψης μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμογή της αντιψυχωσικής αγωγής, προσθήκη αντικαταθλιπτικού όταν κρίνεται απαραίτητο, και ψυχοθεραπευτική στήριξη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της ψυχωτικής εμπειρίας. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν αποτελεί πανάκεια, και η επιλογή εξαρτάται πάντα από το συγκεκριμένο ιστορικό του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας.
Αυτό που παραμένει σταθερό είναι η ανάγκη να μην αντιμετωπίζεται η κατάθλιψη ως αναπόφευκτο παρακολούθημα της σχιζοφρένειας, κάτι που απλώς συνοδεύει τη διάγνωση και δεν αξίζει ξεχωριστή προσοχή. Η διάκριση αυτή, όσο τεχνική κι αν ακούγεται, καθορίζει ενίοτε αν κάποιος θα λάβει την κατάλληλη βοήθεια εγκαίρως.
Βιβλιογραφία
- Siris, S. G. (2000). Depression in schizophrenia: Perspective in the era of “Atypical” antipsychotic agents. American Journal of Psychiatry, 157(9), 1379-1389.
- Upthegrove, R., Marwaha, S., & Birchwood, M. (2017). Depression and schizophrenia: Cause, consequence, or trans-diagnostic issue? Schizophrenia Bulletin, 43(2), 240-244.
- Buckley, P. F., Miller, B. J., Lehrer, D. S., & Castle, D. J. (2009). Psychiatric comorbidities and schizophrenia. Schizophrenia Bulletin, 35(2), 383-402.
- Hor, K., & Taylor, M. (2010). Suicide and schizophrenia: A systematic review of rates and risk factors. Journal of Psychopharmacology, 24(4_suppl), 81-90.




