Αγχολυτικά λέμε συνήθως τις βενζοδιαζεπίνες, φάρμακα που μέσα σε λίγη ώρα μειώνουν την ένταση, τον φόβο και τις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους, όπως οι παλμοί και το σφίξιμο στο στήθος. Γι’ αυτό τα ζητούν οι άνθρωποι και γι’ αυτό τα συνταγογραφούν οι γιατροί. Η ανακούφιση είναι πραγματική. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς αντιμετωπίζεται και τι μένει ως έχει.
Τι κάνουν τα αγχολυτικά και τι αφήνουν αναλλοίωτο
Τα φάρμακα αυτά ενισχύουν τη δράση του GABA, μιας ουσίας του εγκεφάλου που μειώνει τη διέγερση των νευρικών κυττάρων. Το αποτέλεσμα είναι χαλάρωση και υπνηλία. Δεν αλλάζουν όμως τις σκέψεις που τροφοδοτούν το άγχος ούτε τις συνθήκες που το προκαλούν. Όταν περάσει η δράση τους, το άγχος επιστρέφει συνήθως αμετάβλητο.
Στις οδηγίες της Βρετανικής Εταιρείας Ψυχοφαρμακολογίας, οι Baldwin και συνεργάτες (2014) προτείνουν ως πρώτη επιλογή για τις αγχώδεις διαταραχές τα αντικαταθλιπτικά των ομάδων SSRI και SNRI και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την πρεγκαμπαλίνη. Οι βενζοδιαζεπίνες θεωρούνται κατάλληλες μόνο για σύντομη χρήση, επειδή με τον καιρό αναπτύσσεται ανοχή και εξάρτηση. Η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία αποτελεί επίσης τεκμηριωμένη επιλογή.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Ένας άνθρωπος με κρίσεις πανικού ή με παρατεταμένο άγχος μπορεί να χρειαστεί μια σύντομη θεραπεία με αγχολυτικό, μέχρι να αρχίσει να δρα η υπόλοιπη αγωγή. Το πρόβλημα ξεκινά όταν το αγχολυτικό γίνεται η μόνη θεραπεία και κανείς δεν ξαναρωτά γιατί ο άνθρωπος εξακολουθεί να υποφέρει.
Τι γνωρίζουμε για τα αγχολυτικά και τον αυτοκτονικό κίνδυνο
Κάποιος που έρχεται να ανανεώσει τη συνταγή του μπορεί να πει, με τον τόνο μιας δευτερεύουσας λεπτομέρειας, ότι τα χάπια τον ηρεμούν αλλά δεν βλέπει νόημα να συνεχίσει. Η δεύτερη φράση είναι εκείνη που χρειάζεται την προσοχή του γιατρού. Δείχνει κατάθλιψη ή απελπισία, και το αγχολυτικό δεν απευθύνεται σε αυτά.
Σε ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, ο Dodds (2017) εξέτασε αν η συνταγογράφηση βενζοδιαζεπινών σχετίζεται με αυτοκτονία. Οι περισσότερες μελέτες ήταν παρατηρησιακές και βρήκαν περισσότερες απόπειρες και θανάτους σε όσους έπαιρναν τέτοια φάρμακα. Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι το φάρμακο προκαλεί τον κίνδυνο.
Οι άνθρωποι που λαμβάνουν αγχολυτικά έχουν ήδη συχνότερα βαριά κατάθλιψη, έντονο άγχος, αϋπνία ή πρόβλημα με το αλκοόλ, και οι καταστάσεις αυτές αυξάνουν από μόνες τους τον κίνδυνο. Η συσχέτιση λοιπόν μπορεί να δείχνει απλώς ότι το φάρμακο δίνεται σε ανθρώπους που υποφέρουν περισσότερο. Δεδομένα πληθυσμού δεν μας επιτρέπουν να κρίνουμε τον κάθε ασθενή.
Υπάρχει και μια εύλογη υπόθεση, που δεν έχει αποδειχθεί, ότι σε ορισμένους ανθρώπους τα φάρμακα αυτά μειώνουν τους αναστολείς και αυξάνουν την παρορμητικότητα, ιδίως μαζί με αλκοόλ. Ανεξάρτητα από την αιτία, ο συνδυασμός τους με αλκοόλ ή οπιοειδή είναι επικίνδυνος, και μια μεγάλη ποσότητα φαρμάκων στο σπίτι αυξάνει τον κίνδυνο σε περίοδο κρίσης.

Μια διαφορετική συζήτηση φέρνει στην επιφάνεια το ίδιο ζήτημα. Σε σχόλιο για το άρθρο των Campione και Joiner (2026), που αφορά το πρόγραμμα ιατρικά υποβοηθούμενου θανάτου του Καναδά, επισημαίνεται ότι η δομή του προγράμματος μπορεί να επιτρέπει την επιτάχυνση του θανάτου ανθρώπων που δεν βρίσκονται σε τελικό στάδιο νόσου αλλά έχουν ψυχοπαθολογία χωρίς θεραπεία.
Το θέμα εκείνης της συζήτησης είναι πολύ ευρύτερο από τα αγχολυτικά. Το κοινό σημείο είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια διαταραχή που δεν έχει θεραπευθεί επαρκώς και σε μια που δεν ανταποκρίνεται σε καμία θεραπεία. Αρκετοί άνθρωποι λένε «τα έχω δοκιμάσει όλα» και εννοούν ότι έχουν πάρει χάπια για να ηρεμούν.
Η ανακούφιση από το άγχος δεν σημαίνει ότι η διαταραχή έχει θεραπευθεί, και η απελπισία δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει θεραπεία.
Πώς χρησιμοποιούνται τα αγχολυτικά με μεγαλύτερη ασφάλεια
Το αγχολυτικό λαμβάνεται ακριβώς όπως το έχει ορίσει ο γιατρός και συνήθως για λίγες εβδομάδες. Η δόση δεν πρέπει να αυξάνεται χωρίς ιατρική σύσταση, ακόμη κι αν η δράση φαίνεται να εξασθενεί. Όταν συμβαίνει αυτό, αξίζει να το συζητήσει κανείς με τον γιατρό, γιατί μπορεί να αναπτύσσεται ανοχή και η αγωγή χρειάζεται επανεξέταση.

Η Ashton (2005) περιγράφει ότι εξάρτηση μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και με συνήθεις δόσεις, μετά από εβδομάδες ή μήνες χρήσης. Η απότομη διακοπή προκαλεί ενίοτε έντονο άγχος, αϋπνία, τρέμουλο και, σπανιότερα, σπασμούς. Γι’ αυτό η διακοπή γίνεται με σταδιακή μείωση της δόσης και με την καθοδήγηση γιατρού, όχι απότομα.
Οι Brandt και Leong (2017), σε ανασκόπηση επιδημιολογικών μελετών, κατέγραψαν πτώσεις, κατάγματα, τροχαία και προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης, κυρίως σε ηλικιωμένους. Για τη σχέση με την άνοια τα ευρήματα δεν είναι ομοιογενή και δεν επιτρέπουν σίγουρο συμπέρασμα. Η προσοχή αφορά κυρίως τη μακροχρόνια χρήση και τους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας.
Στην καθημερινή ζωή βοηθούν μερικοί απλοί κανόνες. Δεν πίνουμε αλκοόλ μαζί με το φάρμακο. Δεν οδηγούμε αν νιώθουμε νύστα. Δεν δίνουμε χάπια σε άλλους. Φυλάσσουμε τη συσκευασία σε σημείο που δεν είναι άμεσα προσβάσιμο, και ζητάμε μικρότερες ποσότητες ανά συνταγή αν στο σπίτι υπάρχει άνθρωπος με αυτοκτονικές σκέψεις.
Όποιος έχει σκέψεις να τερματίσει τη ζωή του πρέπει να το πει στον γιατρό του ή σε έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται, χωρίς να περιμένει να χειροτερέψει η κατάσταση. Σε άμεσο κίνδυνο καλούμε το 112. Η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία, στο 1018, απαντά σε όσους θέλουν να μιλήσουν. Δεν παίρνουμε επιπλέον χάπια για να ξεπεράσουμε την κρίση.
Αξίζει επίσης να ρωτήσει κανείς τον γιατρό αν το αγχολυτικό συνοδεύεται από κάποια άλλη θεραπεία, όπως ψυχοθεραπεία ή αντικαταθλιπτικό. Η φράση «ηρεμώ, αλλά δεν θέλω να ζω» αξίζει να ακούγεται ολόκληρη στο ιατρείο, γιατί το δεύτερο μισό της δείχνει τι χρειάζεται πραγματικά θεραπεία.
Βιβλιογραφία
- Ashton, H. (2005). The diagnosis and management of benzodiazepine dependence. Current Opinion in Psychiatry, 18(3), 249–255.
- Baldwin, D. S., Anderson, I. M., Nutt, D. J., et al. (2014). Evidence-based pharmacological treatment of anxiety disorders, post-traumatic stress disorder and obsessive-compulsive disorder: A revision of the 2005 guidelines from the British Association for Psychopharmacology. Journal of Psychopharmacology, 28(5), 403–439.
- Brandt, J., & Leong, C. (2017). Benzodiazepines and Z-drugs: An updated review of major adverse outcomes reported on in epidemiologic research. Drugs in R&D, 17(4), 493–507.
- Dodds, T. J. (2017). Prescribed benzodiazepines and suicide risk: A review of the literature. The Primary Care Companion for CNS Disorders, 19(2), 16r02037.
- When should a clinician stop trying to prevent a patient’s suicide? Commentary on Campione and Joiner (2026). (2026). Journal of Psychopathology and Clinical Science.




