Κατάθλιψη που έχει βελτιωθεί δεν είναι πάντα κατάθλιψη που έχει περάσει. Μετά από μήνες θεραπείας, αρκετοί άνθρωποι λένε «είμαι καλύτερα, αλλά δεν είμαι ακόμη ο εαυτός μου». Δεν έχουν κάποιο έντονο σύμπτωμα να περιγράψουν. Έχουν λίγη κούραση, λιγότερο ενδιαφέρον για όσα τους άρεσαν και έναν ύπνο που δεν ξεκουράζει.
Στην ψυχιατρική αυτά ονομάζονται υπολειπόμενα συμπτώματα. Ο άνθρωπος δεν πληροί πια τα κριτήρια για επεισόδιο μείζονος κατάθλιψης, όμως κάποια σημάδια της διαταραχής έχουν μείνει. Ανάμεσά τους, η διαταραχή του ύπνου έχει ιδιαίτερη σημασία, τόσο επειδή την προσέχει εύκολα κανείς όσο και επειδή μπορεί να προηγείται μιας υποτροπής.
Κατάθλιψη που υποχωρεί χωρίς να τελειώνει
Ύφεση λέγεται η περίοδος κατά την οποία τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει τόσο ώστε να μη θεωρείται ότι υπάρχει επεισόδιο. Στην πράξη κρίνεται από κλίμακες βαθμολόγησης και από τη συνέντευξη με τον γιατρό. Ένας άνθρωπος μπορεί να βαθμολογηθεί χαμηλά και να εξακολουθεί να κοιμάται άσχημα, να κουράζεται εύκολα ή να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί.
Ο Paykel και οι συνεργάτες του (1995) παρακολούθησαν ανθρώπους που είχαν βελτιωθεί μόνο εν μέρει μετά από κατάθλιψη και τους συνέκριναν με όσους είχαν φτάσει σε πλήρη ύφεση. Όσοι διατηρούσαν υπολειπόμενα συμπτώματα υποτροπίαζαν με μεγαλύτερη πιθανότητα και σε συντομότερο χρόνο. Το εύρημα έδειξε ότι η βελτίωση από μόνη της δεν αρκεί ως στόχος της θεραπείας.
Όταν κάποιος λέει ότι είναι καλύτερα αλλά όχι ακόμη ο εαυτός του, αξίζει να τον ρωτήσουμε πώς κοιμάται.
Η εικόνα αυτή φάνηκε και σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο Judd και οι συνεργάτες του (1998) παρακολούθησαν επί δώδεκα χρόνια ανθρώπους με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και κατέγραψαν την κατάστασή τους εβδομάδα με εβδομάδα. Οι περισσότεροι περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου με ήπια ή ελάχιστα συμπτώματα και κινούνταν ανάμεσα σε αυτά και σε πλήρη επεισόδια.
Η μελέτη έχει έναν περιορισμό. Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν σε πανεπιστημιακά κέντρα και είχαν σε μεγάλο βαθμό σοβαρή νόσο, οπότε τα ποσοστά δεν μεταφέρονται αυτόματα σε ανθρώπους με ηπιότερη κατάθλιψη που παρακολουθούνται από τον προσωπικό τους γιατρό. Δείχνει πάντως ότι η πλήρης ύφεση είναι λιγότερο αυτονόητη απ’ ό,τι υποθέτουμε.

Ο ύπνος ως πρώιμο σημάδι υποτροπής
Ο ύπνος είναι από τα συμπτώματα που ο ίδιος ο άνθρωπος αναγνωρίζει και μπορεί να καταγράψει. Δυσκολία να αποκοιμηθεί, ξύπνημα πολύ πριν από την ώρα που θα έπρεπε χωρίς δυνατότητα να ξανακοιμηθεί, ή ύπνος που δεν ξεκουράζει. Σε αρκετούς ανθρώπους, τα πρώτα σημάδια μιας επιδείνωσης εμφανίζονται στις νύχτες τους, πριν αλλάξει η διάθεση.
Οι Perlis και συνεργάτες (1997) μελέτησαν ανθρώπους με υποτροπιάζουσα κατάθλιψη και εξέτασαν αν η διαταραχή του ύπνου εμφανίζεται πριν από ένα νέο επεισόδιο. Κατέληξαν ότι μπορεί να λειτουργεί ως προδρομικό σύμπτωμα, δηλαδή ως ένδειξη που προηγείται της υποτροπής. Πρόκειται για μία μόνο μελέτη σε ερευνητικό πλαίσιο, οπότε το εύρημα χρειάζεται επιβεβαίωση από άλλες.
Σε μια μετα-ανάλυση προοπτικών μελετών, η Baglioni και οι συνεργάτες της (2011) συγκέντρωσαν δεδομένα από 21 μελέτες με ανθρώπους που αρχικά δεν είχαν κατάθλιψη. Όσοι είχαν αϋπνία στην αρχή είχαν περίπου διπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη αργότερα. Το εύρημα αφορά τον γενικό πληθυσμό και όχι ειδικά την υποτροπή, αλλά δείχνει ότι η αϋπνία μπορεί να προηγείται της κατάθλιψης.

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η αϋπνία μπορεί να είναι πρώιμο σύμπτωμα της κατάθλιψης που ξαναρχίζει, μπορεί να τη συντηρεί, ή να συμβαίνουν και τα δύο. Οι μελέτες παρατήρησης δεν ξεχωρίζουν με βεβαιότητα αυτές τις εκδοχές. Για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, η αλλαγή στον ύπνο είναι ένδειξη για να ρωτήσει και να ελεγχθεί, όχι πρόβλεψη ότι θα υποτροπιάσει.
Πρακτικά βήματα για να διατηρηθεί η βελτίωση
Αν κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή την περιγραφή, το πρώτο βήμα είναι να μην εκλάβει την παραμένουσα κούραση ως κομμάτι του χαρακτήρα του. Βοηθά να σημειώνει για δύο εβδομάδες την ώρα που ξαπλώνει, πόση ώρα αργεί να κοιμηθεί, πόσες φορές ξυπνά και πώς νιώθει το πρωί. Αυτά τα στοιχεία δίνουν στον γιατρό κάτι συγκεκριμένο να αξιολογήσει.
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη, ο Carney και οι συνεργάτες του (2017) εξέτασαν 66 ενήλικες με κατάθλιψη και αϋπνία που λάμβαναν αντικαταθλιπτικό. Οι μισοί έκαναν επιπλέον γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία και οι υπόλοιποι έλαβαν ενημέρωση για τον ύπνο. Η πρώτη ομάδα πέτυχε ύφεση της κατάθλιψης σε μεγαλύτερο ποσοστό. Το δείγμα ήταν μικρό, αλλά το αποτέλεσμα στηρίζει την αντιμετώπιση του ύπνου ως αυτόνομου στόχου.
Στην καθημερινότητα βοηθούν απλές συνήθειες: σταθερή ώρα έγερσης ακόμη και μετά από άσχημη νύχτα, περιορισμός του καφέ και του τσαγιού μετά το μεσημέρι, και αποφυγή του αλκοόλ ως βοηθήματος για ύπνο, γιατί διασπά τον ύπνο στο δεύτερο μισό της νύχτας. Η θεραπεία της αϋπνίας με περιορισμό του χρόνου στο κρεβάτι γίνεται με καθοδήγηση ειδικού. Το αντικαταθλιπτικό συνεχίζεται συνήθως για αρκετούς μήνες μετά την ύφεση και δεν διακόπτεται χωρίς συνεννόηση με τον γιατρό.
Μένει ανοιχτό αν η έγκαιρη αντιμετώπιση του ύπνου σε κάποιον που δεν έχει ακόμη υποτροπιάσει μειώνει πράγματι τον κίνδυνο. Τα δεδομένα για τη θεραπεία της αϋπνίας μέσα στην κατάθλιψη είναι ενθαρρυντικά, όμως οι μελέτες που παρακολουθούν ανθρώπους σε ύφεση για χρόνια είναι λίγες. Η απλή ερώτηση «πώς κοιμάσαι τον τελευταίο καιρό» παραμένει πάντως χρήσιμη.
Βιβλιογραφία
- Baglioni, C., Battagliese, G., Feige, B., Spiegelhalder, K., Nissen, C., Voderholzer, U., Lombardo, C., & Riemann, D. (2011). Insomnia as a predictor of depression: A meta-analytic evaluation of longitudinal epidemiological studies. Journal of Affective Disorders, 135(1-3), 10-19.
- Carney, C. E., Edinger, J. D., Kuchibhatla, M., Lachowski, A. M., Bogouslavsky, O., Krystal, A. D., & Shapiro, C. M. (2017). Cognitive behavioral insomnia therapy for those with insomnia and depression: A randomized controlled clinical trial. Sleep, 40(4), zsx019.
- Judd, L. L., Akiskal, H. S., Maser, J. D., Zeller, P. J., Endicott, J., Coryell, W., Paulus, M. P., Kunovac, J. L., Leon, A. C., Mueller, T. I., Rice, J. A., & Keller, M. B. (1998). A prospective 12-year study of subsyndromal and syndromal depressive symptoms in unipolar major depressive disorders. Archives of General Psychiatry, 55(8), 694-700.
- Paykel, E. S., Ramana, R., Cooper, Z., Hayhurst, H., Kerr, J., & Barocka, A. (1995). Residual symptoms after partial remission: An important outcome in depression. Psychological Medicine, 25(6), 1171-1180.
- Perlis, M. L., Giles, D. E., Buysse, D. J., Tu, X., & Kupfer, D. J. (1997). Self-reported sleep disturbance as a prodromal symptom in recurrent depression. Journal of Affective Disorders, 42(2-3), 209-212.




